Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                  ·   Επικοινωνία  
BookiaTV!
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
Το Βιβλίο στη Βιβλιοθήκη μου
Καταραμένες πολιτείες
Βιβλίο Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα >> Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή
Για να γράψετε και εσείς την κριτική σας για αυτό το βιβλίο, πρέπει πρώτα να συνδεθείτε.
Σύνδεση Τώρα

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
22-06-2019 14:43
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Καθηλώνει, Πρωτότυπο, Διδακτικό, Γρήγορο, Πλούσια πλοκή
Κατά  
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
15-02-2019 17:24
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Καθηλώνει, Διδακτικό, Πλούσια πλοκή
Κατά  


«Ο θάνατος, μόνο αυτός έχει σημασία εδώ μέσα. Μόνον αυτόν περιμένουμε, γι’ αυτόν ετοιμαζόμαστε. Αυτόν λαχταράμε να δούμε, καμιά φορά πιότερο κι από τη γυναίκα που αγαπάμε. Δεν είναι αστείο, γιατρέ; Μέσα στα τείχη που φτιάχνουν οι άνθρωποι για μας, δεν κινδυνεύουν οι μέσα αλλά οι… έξω. Καμιά άλλη πολιτεία δεν κλείνει τον κίνδυνο μέσα στα τείχη της. Όλες φτιάχνουν οχυρώσεις για να κρατήσουν το κακό απ’ έξω. Αλλά εμείς, το κακό, είμαστε κλεισμένοι μέσα. Αυλακώνουμε τα σύνορα με την ασχήμια μας. Αυτό είναι το τείχος μας. Ούτε όπλα, ούτε μάχες, ούτε πόλεμος. Όπλο είναι το σώμα μας. Ξερνάει αίμα πάνω μας, μα πιότερο χαρακώνει την ψυχή…»

Οι «Καταραμένες Πολιτείες» αποτελούσαν εκείνες τις μικρές κοινωνίες ανθρώπων που νοσούσαν από λέπρα και αυτομάτως γίνονταν οι απόκληροι αυτού του κόσμου. Ο φόβος και η άγνοια απέναντι σε αυτή την ασθένεια έσπρωχνε τον κόσμο να απομακρύνει το διαφορετικό, το επικίνδυνο, το έκλυτο, το στιγματισμένο, το απόβλητο. Η προκατάληψη και η υποκρισία έντυνε με διάφορα λόγια τα στόματα των ανθρώπων. Το λεπροκομείο της Σάμου «φιλοξένησε» πολλούς από αυτούς τους ανθρώπους. Ιδρύθηκε το 1896 για να στεγάσει τους μιασμένους, όπως τους αποκαλούσαν, του νησιού καθώς μέχρι τότε τη φροντίδα τους είχαν αναλάβει τα μοναστήρια αλλά πολλοί ήταν κι εκείνοι που έπρεπε να ζουν απομονωμένοι σε σπίτια γύρω από τα χωριά. Ο εγκλεισμός τους μέσα στο λεπροκομείο θα έφερνε την ηρεμία στην μικρή κοινωνία του νησιού αποβάλλοντας από τα σπλάχνα της ότι της χαλούσε την όμορφη εικόνα της. Οικογένειες που είχαν ένα μέλος πάσχοντα θεωρούνταν καταραμένες και η ρετσινιά της αρρώστιας τους ακολουθούσε παντού. Ακόμα και στους ίδιους τους νοσούντες αφού κατάφερναν να αποθεραπευτούν. Το βιβλίο της Έλενας Χουσνή αποτελεί φόρο τιμής σε εκείνους τους ανθρώπους που έζησαν την κατακραυγή μιας κοινωνίας που δεν τους άφησε ποτέ να «αλλάξουν δέρμα», να συνεχίσουν από εκεί που σταμάτησαν.

«Η «μόστρα». Βέβαια, η βιτρίνα! Η κοινωνία που φοράει τα καλά της και ξορκίζει το ρακένδυτο, άρρωστο ρούχο της. Δεν το πλένει, δεν το απολυμαίνει, δεν το πολεμά. Μόνο το κρύβει κάτω από καθαρά ρούχα. Μα το πύον παραμένει, όπως και στους λεπρούς. Η μόλυνση, χωρίς φάρμακο, επεκτείνεται. Τυφλώνει τα μάτια, εξογκώνει τα ρουθούνια, παραμορφώνει τα άκρα και στο τέλος σκοτώνει. Αφού, όμως, πρώτα ακρωτηριάσει και ρίξει στον δικό της Καιάδα ό,τι την ενοχλεί, ό,τι αποκλίνει από την κανονικότητα της. Τα μπάσταρδα, τα λεπρόπαιδα, τους ψυχικά άρρωστους…»

Δύο ιστορίες εκτυλίσσονται στις σελίδες του βιβλίου της Έλενας Χουσνή. Δύο ιστορίες που κοινό τους σύνορο έχουν το κτίριο του λεπροκομείου στο Καρλόβασι της Σάμου, του λουβιάρικου ή το λωβοκομείου όπως έλεγαν οι ντόπιοι. Η ιστορία της Ευτυχίας λαμβάνει χώρα τη δεκαετία του ’50 περιγράφοντας μας τον έρωτα της με τον Γιώργη αλλά και τις συνθήκες ζωής μέσα από τα τείχη του λεπροκομείου. Το βιβλίο ξεκινάει την ημέρα που η κοπέλα αφήνει την τελευταία της πνοή νικημένη από την αρρώστια αφού όμως έχει φέρει στη ζωή το μωρό της. Ένα μωρό που θα κληθεί να μεγαλώσει μέσα στον χώρο που έζησε η μάνα του καθώς ο κόσμος θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη νόσος ήταν κληρονομική. Ένα «λεπρόπαιδο» που το στίγμα της αρρώστιας θα το ακολουθούσε σε ολόκληρη τη ζωή του. Η μοίρα του δεν είναι ρόδινη και το άσχημο χέρι της θα του κόψει τα όνειρα για το μέλλον. Η μητέρα του παράτησε τα πάντα για να είναι με τον άνδρα που αγαπούσε και πέρασε το ρέμα που ήταν το σύνορο ανάμεσα στους δύο κόσμους. Ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκροζώντανους. Η ίδια ήταν αγρίμι από τη φύση της. Ήταν η Μαρίνα του Καραγάτση και η αγάπη της ο Μηνάς. Έτσι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλον. Μέχρι τη στερνή τους ώρα. Στη σημερινή εποχή το παλιό κτίριο του λεπροκομείου έχει γίνει το μήλο της έριδος ανάμεσα στον Βουρλιώτη, αντιδήμαρχο του νησιού, και στον Κυπραίου, πολιτικό μηχανικό. Ο πρώτος θέλει να το μετατρέψει σε αγροτουριστική μονάδα που θα προσφέρει νέες θέσεις εργασίας και ο δεύτερος σε χώρο μνήμης των ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν εκεί. Άνθρωποι που καταγράφονται απλά ως αριθμοί στα μνήματα χωρίς το πλήρες όνομα τους. Το παρελθόν έρχεται ολοζώντανο μπροστά τους για να ξυπνήσει άγνωστες και θαμμένες αναμνήσεις στη λήθη του χρόνου που έχει περάσει. Υπάρχουν άνθρωποι όμως που δεν ξεχνούν και αναζητούν τη δικαίωση.

«Το ρέμα ήταν πάντα το σύνορο. Ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκροζώντανους. Ανάμεσα στην ελπίδα και τη ματαίωση. Τα όνειρα και την απελπισία. Μέχρι και ο αέρας άλλαζε θαρρείς μόλις το διάβαινες. δεν γινόταν μολυσματικός, δεν είχε να κάνει μ’ αυτό. Γινόταν βαρύς από τον ακινητοποιημένο χρόνο, την αναμονή του τίποτε! Ο χρόνος! Αυτή η κατάρα που βάραινε στους ώμους μας, λες και δεν έφτανε το υπόλοιπο φορτίο. Θα μου πεις, τι ξέρεις εσύ, τι κατάλαβες; Κατάλαβα. Έζησα. Το πήρα το μερίδιο μου από τον πόνο και την απελπισία και ήταν δυσανάλογο. Δεν μου άξιζε και δεν έπρεπε να το έχω ζήσει! Αλλά άξιζε στους υπόλοιπους;…»

Σε παράλληλη τροχιά παρακολουθούμε την ιστορία του Επαμεινώνδα Καραγιάννη που υποχρεώθηκε με εγκλεισμό στο χώρο του λεπροκομείου παρ’ όλο που ήταν υγιής. Η ζωή του και η δράση του είναι αφιερωμένη στη μεγάλη φυσιογνωμία του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη που σφράγισε το χανσενικό κίνημα στην Ελλάδα με τον αγώνα του για την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών. Η πλοκή του βιβλίου θα έρθει, με τέτοιο τρόπο, να συνδέσει αυτή την προσωπικότητα με τους ανθρώπους που παρουσιάζονται σαν δορυφόροι γύρω από τους κύριους πρωταγωνιστές και η αναφορά στο πρόσωπο του θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της μυθοπλασίας. Ο άνθρωπος αυτός έγινε ο φάρος τους και ο έντονος χαρακτήρας του καταγράφεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Έλενας Χουσνή. Για όλους εκείνους που έχαναν τα πάντα διαβαίνοντας το σύνορο χωρίς επιστροφή. Γιατί με το που έμπαινε κάποιος στο λωβοκομείο έπαυε να είναι άνθρωπος. Δεν υπήρχαν πλέον στα μητρώα, δεν μπορούσαν να παντρευτούν, να σπουδάσουν, να αποφασίσουν για την περιουσία τους. Η ίδια τους η οικογένεια πολλές φορές τους διέγραφε. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Για να μη φέρουν και εκείνοι, οι υγιείς, το στίγμα της λέπρας. Το θέμα αυτής της αρρώστιας δεν ήταν γοητευτικό και οι άνθρωποι θέλουν να ξεχνούν αυτά τα κομμάτια της ιστορίας. Θέλουν να προχωρούν, να εθελοτυφλούν. Να μη θυμούνται ότι τους πληγώνει αλλά περισσότερο ότι τους ρίχνει ευθύνες. Φταίει αυτός ο φόβος του άγνωστου που δεν χαρίζεται σε κανέναν.

«Ήρθαν πολλές μέρες που αναλογίστηκα τι κάνει ο άνθρωπος όταν πονάει και έχει θάψει τον πόνο βαθιά μέσα του. Τον αφήνει να τον κατατρώει, να τον εξαφανίζει σιγά σιγά ή τον φέρνει στην επιφάνεια, αναμετριέται μαζί του, μια κι έξω, κι ησυχάζει; Κανένα από τα δύο! Ο φόβος δεν σου κάνει το χατήρι. Ούτε ολόκληρος ανασύρεται όταν το θέλεις, ούτε ολότελα εξαφανίζεται όταν το αποφασίσεις. Κομμάτι κομμάτι, κάποιες φορές, ξεχύνεται στο μυαλό σου. Άλλες φορές κοιμάται, εξαφανίζεται, μπορεί για χρόνια. Και μετά, σε στιγμή ανύποπτη, όταν είσαι βέβαιος ότι έχεις αναμετρηθεί μαζί του και πάει πια, πέρασε, γιατρεύτηκε η πληγή, αναδεύεται από τα βάθη που είχε κουρνιάσει και σε τσακίζει…»

Η Έλενα Χουσνή στα χρόνια που κατοικεί στη Σάμο αισθανόταν το κτίριο του παλιού λεπροκομείου να τη στοιχειώνει. Ήθελε να μάθει την ιστορία του, την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν αποκομμένοι μέσα στα τείχη του. Νιώθοντας υποχρέωση απέναντι τους δημιούργησε τις «Καταραμένες Πολιτείες». Ένα μυθιστόρημα που καταγράφει στις σελίδες του τις ιστορίες των παλιών. Όλοι έχουν να θυμηθούν κάτι. Είναι ένα κτίριο που κουβαλά πάνω του βιβλικό φορτίο. Γεμάτο με πόνο, δράμα, απόρριψη, κοινωνική υποκρισία αλλά και γεμάτο με ένα κομμάτι μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει αλλάξει. Μπλέκοντας την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία δίνει στους αναγνώστες ένα κείμενο μεστό και σφιχτοδεμένο με μια υπέροχη λυρική γραφή που θα μας ταξιδέψει στο Καρλόβασι της Σάμου. Το παρελθόν και το παρόν δένονται μεταξύ τους τόσο απόλυτα και η αφήγηση ρέει αβίαστα κάνοντας μας κοινωνούς της καθημερινότητας εκείνων των ανθρώπων. Μας βάζει βαθιά μέσα στο κλίμα εκείνης της εποχής αλλά και των προβληματισμών που ταλανίζουν όσους πασχίζουν σήμερα να μην ξεχάσουν. Εικόνες αλληλεγγύης, αδελφοσύνης, συνεργατικότητας αλλά και σκληρότητας, μίσους, βαναυσότητας παρελαύνουν μπροστά μας παρασύροντας μας στη δίνη της γραφής της συγγραφέως προκαλώντας μας πότε ρίγη συγκίνησης και πότε απέχθεια για την ανθρώπινη φύση. Μιας φύσης που με το πρόσχημα της εξουσίας που έχει στα χέρια της προξενεί τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Αλλά και εκείνου του συγκινητικού δεσίματος που δημιουργείται ανάμεσα σε ανθρώπους άγνωστους μεταξύ τους αλλά τόσο αδιάρρηκτα συνδεδεμένους μέσα από μια αρρώστια. Η ελληνική λογοτεχνία ξαναζωντανεύει μέσα από τη γραφή της Χουσνή θυμίζοντας μας μια εποχή ίσως ξεχασμένη. Όπως ήταν ξεχασμένοι οι Χανσενικοί στο παρελθόν χωρίς όνομα και χωρίς ταυτότητα.

«Όλα όμορφα καμωμένα. Κι ο καθένας να μιλάει με τη φωνή που του ταιριάζει, να έχει τη θωριά που του πρέπει, να γελάει με τα αστεία που θέλει, να τραγουδά αυτά που του αρέσουν και να μην ενοχλεί ο ένας τον άλλον, να μην έχει τους κανονικούς και τους άλλους, τους μέσα και τους έξω, να μην έχει όρια, να μην έχει σύνορα, να μην έχει ρέμα, να μη σταματάει ο κόσμος εδώ, να μην έχει εξορία, να μην έχει μοναξιά, να μην έχει τρόπο ο άνθρωπος να πληγώσει, να γίνει ζώο μαλακό, να ξέρει να αγαπά, να ακούει, να μη γυρίζει την πλάτη σε ό,τι δεν καταλαβαίνει…»

Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που όλοι εμείς παραπετάξαμε στο χώρο του λεπροκομείου σαν ένα κομμάτι κρέας γιατί απλά μας ενοχλούσε η όψη τους. Η συγγραφέας κρατά τις μνήμες ζωντανές, τις αφήνει να μιλήσουν. Για όλους αυτούς που θάφτηκαν ζωντανοί. Που έθαψαν τα όνειρα τους, τις ελπίδες τους, τις επιθυμίες τους. Ένα βιβλίο που ξορκίζει τον φόβο στο διαφορετικό, που παίρνει μακριά αυτή την κατάρα που βαραίνει του ώμους, που θέλει να κλείσει ανοιχτές πληγές. Φέρνει στην επιφάνεια μια ιστορία ξεχασμένη στο πέρασμα του χρόνου. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

  4
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
07-10-2018 10:35
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο, Πλούσια πλοκή, Τεκμηριωμένο
Κατά  
Σ’ ένα απομονωμένο λεπροκομείο, σ’ ένα νησί του Αιγαίου, άνθρωποι στιγματισμένοι απ’ την αρρώστια και την κοινωνική απομόνωση συγκροτούν τη μικρή τους κοινωνία. Οι χαρές εναλλάσσονται με το πένθος, άντρες και γυναίκες κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να περάσουν ήρεμα και όμορφα την υπόλοιπη ζωή τους. Αίσθηση πίκρας για την αδικία της απομόνωσης, ελπίδα για κάθε νέο φάρμακο που δοκιμάζουν και τόσα άλλα συναισθήματα περιγράφονται στο νέο μυθιστόρημα της κυρίας Έλενας Χουσνή. Πενήντα χρόνια αργότερα, το λεπροκομείο, χτισμένο σ’ ένα σημείο-«φιλέτο», θα γίνει το μήλον της έριδος ανάμεσα σ’ έναν αντιδήμαρχο κι έναν πολιτικό μηχανικό ώσπου ένας φόνος θα ξυπνήσει τις εφιαλτικές μνήμες του παρελθόντος. 

Η συγγραφέας περιγράφει με ρεαλισμό την κατάσταση στο λεπροκομείο: μια κλειστή κοινωνία που αποτελείται από «χιλιομπαλωμένα σώματα», χωρίς καθρέφτες, με τις πλύστρες, τις μοδίστρες και τους κουρείς που τους επισκέπτονται κάθε τόσο να κοιτούν μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Μάλιστα, η συγγραφέας παραθέτει ένα ανατριχιαστικό χωρίο, αντιπροσωπευτικό αυτής της κατάστασης: «Τα ίδια και οι κουρείς… Τρέμουν μην τους ξεφύγει ψαλιδιά και χαράξει το δέρμα… Το πιο επικίνδυνο σημείο. Η μεγάλη μάχη με τις τρίχες γύρω από τα αυτιά… Οι λωβοί χωρίς λοβούς…» (σελ. 24). Η καθημερινότητά τους αποτυπώνεται με πάσα ειλικρίνεια και οι χαρακτήρες που τριγυρίζουν στις σελίδες του βιβλίου καλωσορίζουν τον αναγνώστη στη ρουτίνα τους. Είναι πολύ έντονος ο βαθμός αγάπης και συμπόνοιας που νιώθει η συγγραφέας όσο αναπαριστά με ρεαλισμό και ταυτόχρονα με συγκεκαλυμμένο λυρισμό τις μικροχαρές, την αγωνία, τη συντροφιά με το θανατικό. «Όσο άρρωστα ήταν τα κορμιά τους τόσο καθαρή αυτή η αγάπη» (σελ. 319). Δεσμοί αγάπης και συμπαράστασης, όλοι για όλους λειτουργούσαν, ζούσαν και δούλευαν οι άνθρωποι που είχαν κλειστεί σε αυτό το μέρος. Άνθρωποι που η κοινωνία, η ίδια τους η οικογένεια τους γύρισε την πλάτη, με αποτέλεσμα να τους ξεγράψει από τα κιτάπια της. «Με το που διαβαίνουν την πύλη αυτού του κόσμου, στον κάτω κόσμο είναι ήδη» (σελ. 60). Ακόμη και στο νεκροταφείο, δεν υπάρχουν ονόματα, μόνο αριθμοί, κάτι που φέρνει κραυγές απόγνωσης στην κυρία Χουσνή, η οποία τονίζει επανειλημμένα πως επίσημα συγνώμη σε όλα αυτά τα πλάσματα δε δόθηκε ποτέ από επίσημα ή μη χείλη. 

Η κοινότητα και οι συνθήκες της ζωής καταγράφονται ακριβοδίκαια και αποδίδονται με πρωτόφαντη ωμότητα: «Καμιά άλλη πολιτεία δεν κλείνει τον κίνδυνο μέσα στα τείχη της. Όλες φτιάχνουν οχυρώσεις για να κρατήσουν το κακό απ’ έξω. Αλλά εμείς, το κακό, είμαστε κλεισμένοι μέσα. Αυλακώνουμε τα σύνορα με την ασχήμια μας» (σελ. 28). Για να μην αναφερθώ στο γεγονός ότι οι πλούσιοι, με την τάχα μου βεβαίωση πως θα κλείνονταν στα σπίτια τους σε απομονωμένα σημεία «έπειθαν» τις αρχές πως δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία κι έτσι δεν κλείνονταν στα λεπροκομεία. «Ήταν ταξική αρρώστια η λέπρα» (σελ. 145). Η συγγραφέας δείχνει με μελανά χρώματα την ντροπή που νιώθανε οι οικογένειες των λεπρών που συναναστρέφονταν μεν τους γείτονες και φίλους όμως όχι πια σαν ίσος προς ίσον: «Αφού υπάρχει ένας στην οικογένεια, όλη η οικογένεια είναι άρρωστη» (σελ. 31). «Αχ, αυτή η αρρώστια, πόσες ορφάνιες έχει…» (σελ. 114). 

Δίνεται λοιπόν η καθημερινότητά τους, πώς τρέφονται, πώς περνούν την ώρα τους, πώς μαστορεύουν κι αυτό σταδιακά, μιας και στην αρχή ήταν στην κυριολεξία παραπεταμένοι, άργησε να έρθει γιατρός που να κάνει σωστά τη δουλειά του, καθυστέρησε η ουσιαστική φροντίδα μιας τέτοιας κοινότητας. Το εκκλησίασμα, ο γάμος, η αρπαγή των υγιών παιδιών που τυχόν γεννιούνταν για να μην κολλήσουν το χτικιό, είναι περιστατικά που δε θα μπορούσαν να λείπουν από το μυθιστόρημα. Ειδικά πάνω στο τελευταίο βρίσκει αποκούμπι η ευαίσθητη ψυχή της συγγραφέως και παραθέτει συγκινητικές και σκληρές ιστορίες για τον χωρισμό παιδιών και μανάδων. Η πένα της δε χαρίζεται, μελανώνει τους πάντες: την υποκριτική κοινωνία που ήθελε ν’ αποφύγει το μίασμα και έχωνε σε λεπροκομεία αγαπημένους και δικούς τους ανθρώπους κι όταν αργότερα η αρρώστια θεραπευόταν δεν τους δέχτηκε πίσω ως «μιαρούς» και «λερούς», τη μάνα κυρίως που προτιμά να παραδώσει το παιδί της (μάλιστα περιγράφονται ορισμένες τέτοιες σκηνές πολύ σκληρά και ωμά, μεγεθύνοντας το ύψος της τραγικότητας και της απανθρωπιάς) στην αστυνομία και βάζει παπά να του ψάλει το «Δεύτε τελευταίον ασπασμόν» μπροστά της, ακόμη και όσους εκμεταλλεύονται τον πόνο των λεπρών και θησαυρίζουν εις βάρος τους ή τους τρομοκρατούν. Ένας ατέρμονος φαύλος κύκλος γεμάτος πόνο, αδιέξοδο, ανημπόρια κι έτσι ξεκινάει η αντεκδίκηση. 

Οι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι που σίγουρα έζησαν στην καταραμένη πολιτεία και υφαίνουν μια σφιχτοδεμένη πλοκή. Οι αποφάσεις τους, οι πράξεις τους, ο τρόπος σκέψης τους δεν επηρεάζει μόνο τους συγκρατούμενούς τους αλλά και το μέλλον, μιας και μισό αιώνα αργότερα θα επιστρέψουν σαν Ερινύες για να στοιχειώσουν κάποιους που δε φαντάζονταν πως είχαν σχέσεις μαζί τους. Με συγκίνησε η ιστορία της Ευτυχίας Γιοβάνη, που ερωτεύτηκε έναν άντρα που τελικά αρρώστησε και τον ακολούθησε, έγκυος ούσα, στο λεπροκομείο, προκαλώντας αβάσταχτο πόνο κυρίως στον πατέρα της. Αυτή η γυναίκα ήταν η αγαπημένη όλων, με το γέλιο της, το τραγούδι της μα πάνω απ’ όλα με την μπέσα της. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που ο επιστάτης Καπνουλάς την έβαλε στο μάτι. 

Εξίσου επαναστάτης και φωνακλάς ήταν και ο Επαμεινώνδας Καραγιάννης, που με τις φωνές και τον αχαλίνωτο χαρακτήρα του κατάφερε να μετατρέψει το μέρος από εγκαταλειμμένη τρώγλη σε αξιοπρεπή κοινότητα. Τον έστειλαν εκεί για να μην ταράζει τον κόσμο με τις διαφορετικές (σοσιαλιστικές; ) ιδέες του. Δε χρειάστηκαν πολλά, ένα σημάδι, «λέπρα αργής εξέλιξης» και τον έκλεισαν μέσα. Ο γιατρός τον διόρισε βοηθό γενικών καθηκόντων όταν έφτασε μετά από πέντε χρόνια κι άρχισαν τα πράγματα να γίνονται καλύτερα για τους τροφίμους. «Έξω περισσεύει κι εδώ μέσα δεν χωράει. Μα από τότε που ήρθε μόνο καλό είδανε όλοι τους» (σε. 110). Αυτός ο άντρας φυσικά και δε συμπάθησε ποτέ τον Καπνουλά όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια και για τους δυο τους. 

Γύρω από αυτούς λοιπόν κινούνται ο γιατρός Μωραΐτης, που παλεύει ανάμεσα στο καθήκον και την ανθρωπιά, η σιωπηλή και ταπεινή νοσοκόμα Μαρουδιώ, η πιο τραγική φιγούρα μέσα στην κοινότητά τους, ο επιστάτης Καπνουλάς (αχαΐρευτος, ο φόβος κι ο τρόμος του λεπροκομείου, θρασύδειλος και νταής), το λεπροπαίδι της Ευτυχίας, η πόρνη Μαριγούλα και τόσοι άλλοι! 

Η εξιστόρηση του παρελθόντος γίνεται παράλληλα με αυτήν του παρόντος, πενήντα χρόνια μετά, που τα πάντα έχουν ερημώσει και εγκαταλειφθεί. Τι θ’ απογίνει το ερημωμένο κουφάρι του λεπροκομείου, που βρίσκεται σε μια κρίσιμη για εκμετάλλευση και ανάπτυξη περιοχή; Θα μετατραπεί σε πρότυπη μονάδα αγροτουρισμού ή χώρος πολιτισμού και Ιστορίας; Αυτή είναι η βασική διαφωνία ανάμεσα στον πολιτικό μηχανικό Νώντα Κυπραίου και τον αντιδήμαρχο Κώστα Βουρλιώτη. Ο ιδεολόγος Δαυίδ παλεύει με τον δικτυωμένο, πλούσιο, αδίστακτο, διψασμένο για χρήμα Γολιάθ και η κόντρα τους γεμίζει αμφιβολίες τους κατοίκους για το ορθόν της τουριστικής μονάδας. Όλα αυτά όμως δεν έχουν πια καμία σημασία, μιας και ο Βουρλιώτης βρίσκεται δολοφονημένος μέσα στο λεπροκομείο. Ποιος τον σκότωσε και γιατί; Γιατί στον χώρο του λεπροκομείου; Τι συμβολίζει αυτή η κίνηση; Πώς συνδέονται αυτοί οι δύο άντρες με τον κόσμο του «λουβιάρικου»; 

Ο Νώντας Κυπραίου και η συνεργάτις και σύντροφός του Ελένη Περρή, με αφορμή την περιπέτεια που θα ζήσουν, θα αναβιώσουν μέσα από αποσπασματικές μαρτυρίες και ελάχιστα έγγραφα την ιστορία του λεπροκομείου και θα προσπαθήσουν να βρουν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Όλη αυτή η περιπέτεια θα θέσει νέα θεμέλια και στη δική τους, ετοιμόρροπη ερωτική σχέση ενώ ένα μεγάλο μυστικό θα έρθει στο φως τινάζοντας τα πάντα στον αέρα. 

Η εξιστόρηση λοιπόν του συγκλονιστικού αυτού μυθιστορήματος γίνεται με πολλές αφηγηματικές τεχνικές που δε με κούρασαν, αντίθετα έδωσαν περισσότερη παραστατικότητα και ενάργεια στα γεγονότα. Το χτες δίνεται με τριτοπρόσωπη αφήγηση ενώ το σήμερα εναλλάξ και με πρωτοπρόσωπη. Η ιστορία καταγράφεται με τον αναγνώστη να γίνεται αυτόπτης μάρτυρας των ευτυχισμένων και των σκληρών στιγμών του λεπροκομείου ενώ στο παρόν το παιχνίδι του δολοφόνου είναι πολύ καλά δοσμένο. Κατά την πορεία της ανάγνωσης και βάσει των γεγονότων που η συγγραφέας με άφησε να δω νόμισα πως κατάλαβα ποιος ήταν ο δολοφόνος και διάβαζα με λαχτάρα την εξομολόγησή του απέναντι στον Βουρλιώτη πριν πεθάνει. Έχουμε όμως να κάνουμε με μια πραγματικά καλή συγγραφέα κι έτσι, λίγες σελίδες πριν το τέλος, άναψε το σωστό φως και ο πραγματικός ένοχος ήταν κάτι απρόσμενο και ταυτόχρονα λογικοφανές. Το ήκιστα αρνητικό που βρήκα ήταν το γεγονός πως δεν υπήρχαν βοηθητικές ενδείξεις στην αρχή των κεφαλαίων για το χρονικό σημείο της αφήγησης, οπότε στην αρχή τουλάχιστον δυσκολεύτηκα να καταλάβω πού βρίσκομαι και ποιων η ιστορία συνεχίζεται, σύντομα όμως μπήκα για τα καλά στο πετσί όλων των ηρώων και απόλαυσα κάθε σελίδα. 

Οι «Καταραμένες πολιτείες» είναι ένα κραυγαλέο «κατηγορώ» της κυρίας Έλενας Χουσνή για την παραδειγματική αδιαφορία της κοινωνίας (επίσημων φορέων μα το χειρότερο των ίδιων των οικογενειών) απέναντι σε ανθρώπους που αρρώστησαν από κάτι μη μεταδοτικό και ταυτόχρονα άκρως παραμορφωτικό. Με όπλο την πολύ καλή πένα της και τη φαντασία της αναπαρέστησε μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε συμβεί και στην πραγματικότητα, πολυεπίπεδη, ρεαλιστική και ανατρεπτική. Ειδικά οι σκηνές του εξιλασμού όπου περπατάμε κι εμείς βήμα βήμα στο εγκατελειμμένο λεπροκομείο δείχνει πως η συγγραφέας προσκύνησε ουσιαστικά το καταραμένο αυτό μέρος και απέδωσε παραστατικά την παραμικρή λεπτομέρεια από τα άψυχα και τα έμψυχα του τόπου. Η εισαγωγή με το σύντομο ιστορικό του λεπροκομείου Καρλοβάσου, από το οποίο εμπνεύστηκε η κυρία Χουσνή, και οι προφορικές μαρτυρίες των επιζώντων που ολοκληρώνουν το βιβλίο είναι μια πολύ σωστή επιλογή, που ντύνει με αληθοφάνεια τη φαντασία του μυθιστορήματος. Ας μου επιτραπεί να κάνω ιδιαίτερη μνεία στις κυρίες του εξωφύλλου, Ευαγγελία Κουτελιά-Πρατσινάκη και Κατίνα Χουβαρδά, οι οποίες με την κιθάρα και το μαντολίνο τους επισκέπτονταν το λεπροκομείο για να δώσουν χαρά στους ασθενείς. 

Κλείνω με το ομορφότερο απόσπασμα του βιβλίου, έναν διαρκή φόρο τιμής απέναντι σε αυτούς τους άρρωστους ήρωες: «Αυτοί οι άνθρωποι έχουν, τη φτιάχνουν μόνοι τους, μια καινούρια, ολότελα δική τους αξιοπρέπεια. Είναι να υποκλίνεσαι μπροστά τους. Να χάνεις τον εαυτό σου και να τον ξαναχτίζεις από την αρχή… Έτσι κάναν. Υπόκλιση. Μόνο αυτό τους αξίζει. Απ’ όλους μας» (σε. 258).
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
13-07-2018 09:46
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Διδακτικό, Πλούσια πλοκή, Τεκμηριωμένο
Κατά  
       Η Έλενα ως έγκριτη δημοσιογράφος και πολύ καλή συγγραφέας στο νέο της βιβλίο ασχολείται μ'ένα δύσκολο θέμα που είναι τα χρόνια εγκλεισμού των χανσενικών στο λεπροκομείο της Σάμου.Με ενδελεχή έρευνα,μεράκι,ευαισθησία και τις προσωπικές μαρτυρίες των όσων έζησαν εκείνη τη περίοδο δημιουργεί ένα άρτιο μυθιστόρημα.

      Το βιβλίο κινείται σε δυο χρονικές περιόδους παρόν και παρελθόν.Στο παρελθόν δείχνει το τρόπο διαβίωσης των ανθρώπων,το πως αντιμετώπιζαν οι οικογένειες ένα άτομο με λέπρα αλλά και γενικά η κοινωνία το πόσο στιγμάτιζε και δεν αποδεχόταν αυτά τα άτομα.Μέσα σε αυτό το κλίμα της προκατάληψης και του φόβου αναπτύσσεται και το ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ της Ευτυχίας και του Γιώργη.Στο παρόν έχουμε τη διαμάχη του αντιδημάρχου Βουρλιώτη με το Κυπριανού για το τρόπο που θα αξιοποιηθεί ο χώρος.Το παρελθόν με το παρόν δένουν αρμονικά και βγαίνουν αλήθειες μέσα από την ιστορία του κάθε προσώπου άλλες λυτρωτικές και άλλες μη διαχειρίσιμες.

     Τα συναισθήματα πολλά στενοχώρια,θυμός και απογοήτευση για το πόσο αποκλεισμένοι από τη κοινωνία υπήρξαν αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι δημιούργησαν τη δική τους "πολιτεία"όπου μέσα έβαλαν την αγάπη και την ομόνοια.

    Κλείνω με ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο "Ύπνος.Ο μεγάλος θάνατος.Πάνω στα σιδερένια κρεβάτια με το αχυρένιο στρώμα.Μέρες και νύχτες να κοιμούνται οι άνθρωποι.Για να μη ξεχνούν να μη βλέπουν τους εαυτούς τους,να μη θυμούνται το σώμα τους όπως ήταν πριν,όπως πρέπει να είναι.Τώρα;Ποιοι είναι;Σε ποιο κομμάτι του κόσμου υπάρχει γειτονιά γι'αυτούς;Ποιο σπίτι θα τους δεχτεί,ποιο βλέμμα θα τους αγκαλιάσει;Σε ποια γλώσσα να μιλήσουν στους ανθρώπους;Πως θα συνεννοηθούν;
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

Όλες οι σχέσεις του βιβλίου
Το ακολουθούν
0
Το έχουν
3
Το θέλουν
1
Αγαπημένο τους
0
Το δανείζουν
0
Το δάνεισαν
0
Το δανείστηκαν
0
Το διάβασαν
4
Το διαβάζουν
1
Το χαρίζουν
0
Το ανταλλάσσουν
0

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Χρυσοί Υποστηρικτές
Ασημένιοι Υποστηρικτές
Χάλκινοι Υποστηρικτές
Με ενδιαφέρει να εμφανιστώ και εγώ στους Υποστηρικτές
Χορηγοί επικοινωνίας










Κοινωνικά δίκτυα