Γράφει: Δημήτρης Σακισλίδης
Ο Μίλτος Αντωνιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Έχει εργαστεί σαν αναλυτής, στέλεχος αλλά και σύμβουλος στρατηγικής σε εταιρίες και οργανισμούς τεχνολογίας στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Αρθρογραφεί πάνω σε θέματα γεωπολιτικού ενδιαφέροντος και αμυντικής τεχνολογίας σε ιστοσελίδες και fora στην αγγλική γλώσσα. Αγαπάει την ιστορία, την αεροπορία και τη θάλασσα. Έχει μια κόρη δεκαεπτά και έναν γιο δεκαεννέα ετών.
Είναι ο συγγραφέας της σειράς «Αιγαίο ώρα μηδέν» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Memento και αριθμεί ήδη τέσσερα βιβλία από το 2022 έως σήμερα, με πιο πρόσφατο το «Αιγαίο ώρα μηδέν, Η μέρα της κρίσης» (Μάιος 2026).

Το «Αιγαίο Ώρα Μηδέν» ξεκινά από ένα υποθετικό γεγονός με μια τουρκική γεώτρηση κοντά στη Ρόδο και ένα «ατύχημα» που οδηγεί στην κλιμάκωση της έντασης. Πώς γεννήθηκε η αρχική ιδέα της σειράς;
Ήταν μετά το καλοκαίρι του 2020, όταν ο στόλος μας αντιπαρατάχθηκε απέναντι στον τουρκικό στο Αιγαίο και έμεινε εκεί, για όσον καιρό χρειάστηκε, μέχρι να τους στείλει σπίτι τους. Η αρχική μου ιδέα ήταν τι θα μπορούσε να συμβεί αν κάτι είχε πάει στραβά, αν δηλαδή με τόσο μεγάλη ισχύ πυρός συγκεντρωμένη σε ένα τόσο μικρό χώρο, κάποιος, κατά λάθος ή εσκεμμένα, είχε πατήσει μια σκανδάλη. Ήθελα να τρέξω ένα σενάριο, να μοντελοποιήσω ό,τι γνώρισα σε μια προσομοίωση στον υπολογιστή, να την τρέξω μερικούς γύρους, να δω τα αποτελέσματα και να γράψω για αυτό ένα άρθρο. Στη συνέχεια η χώρα μας ανακοίνωσε εσπευσμένες αγορές φρεγατών και μαχητικών από τη Γαλλία. Κι έτσι, αποφάσισα να μεταφέρω το σενάριο μερικά χρόνια στο μέλλον, όταν η χώρα μας θα είχε παραλάβει τις φρεγάτες Κίμων (που τότε ακόμα η κλάση δεν είχε ονομαστεί από το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο) και τα Rafale. Επειδή όμως το μοντέλο μου απέτυχε να παρακολουθήσει όλες τις πιθανές παραμέτρους μια αεροναυτικής σύγκρουσης τόσο μεγαλης έκτασης, άρχισα να γράφω σε ελεύθερο κείμενο τις παραδοχές και, κυρίως, τους χαρακτήρες κι από τις δύο πλευρές. Σε αυτό το σημείο άρχισε να γεννιέται μια ιστορία. Ξεκίνησα να την γράφω τον Δεκέμβριο του 2021, Μετά τις γιορτές έστειλα τα πρώτα μου κείμενα στον Χρήστο Κτενά, αρχισυντάκτη της Πτήσης και μου είπε είναι καλό, προχώρα να το δημοσιεύσουμε. Από εκεί και πέρα το ένα έφερε το άλλο πολύ γρήγορα. Δημοσιεύτηκε το διήγημά μου σε συνέχειες στο ηλεκτρονικό site της Πτήσης τον Μάιο, έτυχε πολύ θερμής υποδοχής από το κοινό, κι αποφάσισα να το επεκτείνω και να το κάνω ένα κανονικό μυθιστόρημα.
Όταν ξεκινήσατε το «Πρώτο Αίμα», γνωρίζατε ότι η ιστορία θα εξελισσόταν σε μια σειρά βιβλίων ή προέκυψε στη συνέχεια;
Όχι, δεν το είχα φανταστεί στην αρχή. Ήθελα να περιγράψω μια μεγάλη σύγκρουση στο Αιγαίο λίγων ημερών, στην ουσία, μια μάχη. Η μάχη έγινε ένας πόλεμος, στον οποίο προστέθηκαν οι αιτίες, οι πολιτικοί, ο ξένος παράγοντας, η διπλωματία, το παρασκήνιο. Και ενώ προχωρούσα με αυτά, είχε ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και αντί να λήξει σε λίγες εβδομάδες, όπως όλοι περίμεναν τότε, συνέχιζε. Αυτό με έκανε να σκεφτώ πως η υπόθεση που περιγράφω στο Πρώτο Αίμα, ήταν βασισμένη σε μια παρωχημένη αντίληψη ότι ένας πόλεμος Ελλάδας Τουρκίας θα είναι απαραίτητα σύντομος. Το άλλο σενάριο – ένας πόλεμος διαρκείας – είναι ακόμη δραματικότερο. Και γιατί ο πόλεμος είναι μια τραγική συνθήκη από μόνος του, οπότε όσο τραβάει, τόσο μεγαλύτερες οι επιπτώσεις του. Αλλά και επειδή η Ελλάδα συγκεκριμένα, δεν είναι μια χώρα «στημένη» για να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις ενός πολέμου διαρκείας που έχουν να κάνουν, πλέον, με θεμελιώδεις παράγοντες ισχύος όπως τη βιομηχανία, τις ενεργειακές υποδομές, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, το δημογραφικό και άλλα πολλά. Ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση να τα προσεγγίσω όλα αυτά, το καταλάβαινα αλλά νομίζω η επιτυχία του Πρώτου Αίματος μου έδωσε το θράσος αν θέλετε, να το επιχειρήσω. Κι έτσι αποφάσισα ότι το Αιγαίο Ώρα Μηδέν θα είναι μια τριλογία. Λάθος εκτίμηση, τότε, γιατί δεν μπόρεσα να χωρέσω την ιστορία, όπως ήθελα, σε τρία βιβλία. Η Μέρα της Κρίσης που κυκλοφόρησε φέτος είναι το τέταρτο και τελευταίο βιβλίο. Και πάλι, πολλοί φίλοι της σειράς θέλουν κι΄ άλλο!
Η σειρά θεωρώ πως δίνει την αίσθηση στον αναγνώστη να κινείται ανάμεσα στη μυθοπλασία και σε μια έντονη αίσθηση στρατιωτικής αληθοφάνειας. Πόσο δύσκολο είναι να γνωρίζει ο συγγραφέας πότε πρέπει να υπηρετήσει την πραγματικότητα και πότε να την αφήσει πίσω για χάρη της μυθοπλασίας;
Η αλήθεια είναι ότι αυτή είναι μια ισορροπία που πρέπει διαρκώς να εξετάζεις. Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας ή κάποια σωστή ή λάθος λύση σε αυτό. Το τι θα επιλέξεις θα φανεί κατόπιν εορτής αν άρεσε στους αναγνώστες σου. Στο πρώτο βιβλίο η ισορροπία αυτή έγερνε περισσότερο προς τον ρεαλισμό. Είχε αυτή την αφετηρία άλλωστε, από την Πτήση, όπου το υποδέχτηκε ένα υποψιασμένο κοινό που μπορεί να παρακολουθήσει τις τεχνικές και επιχειρησιακές λεπτομέρειες, της αποζητά μάλιστα. Και σε κρίνει κυρίως για την ακρίβεια των παραδοχών σου. Όταν όμως η ιστορία ανοίγει σε μεγαλύτερο κοινό, γίνεται μυθιστόρημα, εκδίδεται σε χιλιάδες αντίτυπα, μπαίνει σε ράφια και προβολές βιβλιοπωλείων σε όλη την Ελλάδα, τότε κρίνεται και για άλλα πράγματα. Έχουν βάθος οι χαρακτήρες ή είναι όργανα της πλοκής. Είναι η δομή του κάθε βιβλίου τέτοια που να ταξιδεύει τον αναγνώστη σε μια διαδρομή εκπλήξεων, ανατροπών, απελπισίας και τελικής λύτρωσης; Είναι οι θεματικές της ιστορίας πραγματικά μεγάλες, δηλαδή, ποιο μήνυμα πραγματεύεται τελικά αυτή η ιστορία μετά από τέσσερα βιβλία και 2700 σελίδες; Αν το τάδε οπλικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει το δείνα; Ή αν οι Έλληνες μπορούμε να μονιάσουμε, να προετοιμαστούμε και να βρούμε το σθένος για να ανταπεξέλθουμε σε τρομακτική πίεση; Αυτά τα ζητήματα ορισμένες φορές με έκαναν ορισμένες φορές να ξεμακρύνω κάπως από τον απόλυτο στρατιωτικό ρεαλισμό, συνειδητά, γιατί θεωρώ ότι η σημαντικότητά τους τον υπερβαίνει. Αυτή είναι η αξία του έργου, κατά την άποψή μου. Ο επιχειρησιακός ρεαλισμός δεν είναι αυτοσκοπός. Ήταν απλώς το εργαλείο που βοήθησε αυτό το έργο να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αναγνωστών.
Κάνατε σχετική έρευνα πριν και κατά τη διάρκεια της συγγραφής; Και αν ναι, ποιο κομμάτι της έρευνας σας δυσκόλεψε περισσότερο;
Η έρευνα που απαιτείται για ένα τέτοιο πόνημα είναι πραγματικά πολύ μεγάλη και δεν περιορίζεται μόνο στα στρατιωτικά, επιχειρησιακά και τεχνολογικά κομμάτια. Τα δύο κομμάτια που θα έλεγα ότι με δυσκόλεψαν περισσότερο είναι, πρώτον, πώς περιγράφεις τις αντιδράσεις, τις σκέψεις και τα συναισθήματα ενός ανθρώπου που βιώνει μια ακραία συνθήκη που δεν έχει βιώσει εσύ. Και το δεύτερο ήταν, πώς περιγράφεις μια χώρα, την Ελλάδα, που την γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά, τόσο διαφορετική από τη σημερινή. Τι είδους αλλαγές θα επέφερε ένας σύντομος αλλά ολοκληρωτικός και πολύ αιματηρός πόλεμος όπως αυτός που είδαμε στο Πρώτο Αίμα; Ποια θα είναι η Ελλάδα της επόμενης ημέρας; Πώς θα υποδεχτεί τα φέρετρα, τι θα συμβεί στις εφημερίδες, στη Βουλή; Ποιο θα είναι το αφήγημα μετά το «πόλεμος δε γίνεται, θα το σταματήσουν οι Αμερικάνοι» που έχει βολέψει σιωπηρά εδώ δεκαετίες; Πώς αντιμετωπίζεις παθογένειες δεκαετιών που έχουν οδηγήσει σε τεράστιες ελλείψεις σε αμυντική βιομηχανία, σε καταφύγια, κοκ; Και τελικά, ποια είναι η στρατηγική νίκης, όπως λέγεται, της Ελλάδας απέναντι σε ένα σενάριο πολέμου διαρκείας; Με αυτά τα θέματα, η έρευνά μου δεν βοήθησε ιδιαίτερα. Οπότε έπρεπε να βρω δρόμους μόνος μου.
Μέσα σε μια ιστορία όπου πρωταγωνιστούν κράτη, στρατοί, όπλα και γεωπολιτικές αποφάσεις, πόσο δύσκολο είναι να μην χαθεί ο άνθρωπος; Για εσάς ποιος είναι ο κυρίαρχος πρωταγωνιστής του «Αιγαίο Ώρα Μηδέν»;
Στην ιστορία μου προσπαθώ συνεχώς να δείχνω πως ο άνθρωπος παραμένει καταλυτικός παράγοντας στην έκβαση ενός πολέμου, ακόμα και στην εποχή των drones και της Τεχνητής Νοημοσύνης. Ναι, η φύση του πολέμου αλλάζει πολύ γρήγορα, το βλέπουμε σε όλα τα πολεμικά πεδία της εποχής μας. Κι έτσι αλλάζει και κι αυτό που απαιτείται από τους ανθρώπους για να ανταπεξέλθουν σε έναν πόλεμο, είτε είναι στρατιώτες, ναύτες, πιλότοι, στρατηγοί, πολιτικοί, διπλωμάτες - είναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι και οι ρόλοι που εμπλέκονται και προσπαθώ να τους φωτίσω όλους. Αυτό που απαιτείται πλέον δεν είναι μόνο το σθένος και η λεβεντιά. Είναι και η προετοιμασία σε τεχνικό και ψυχολογικό επίπεδο, η ενημέρωση, η οργάνωση και η προσαρμοστικότητα – κυρίως αυτή! Γιατί τα πάντα αλλάζουν πολύ γρήγορα, όσο προετοιμασμένος και να είσαι. Παρόλα αυτά, θα έλεγα ότι στα βιβλία μου ο κεντρικός πρωταγωνιστής δεν είναι κανένας από τους πολλούς χαρακτήρες που γνωρίσαμε και ακολουθήσαμε τόσα χρόνια. Είναι ο ίδιος ο πόλεμος και η τεράστια πίεση που ασκεί σε όλους τους χαρακτήρες του Αιγαίο Ώρα Μηδέν.
Στον «Σκοτεινό Ουρανό» η Ελλάδα και η Τουρκία προσπαθούν ταυτόχρονα να οδηγηθούν σε μια μόνιμη ειρήνη και να προετοιμαστούν για μια νέα ανάφλεξη. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σε αυτή την αντίφαση;
Ο Σκοτεινός Ουρανός είναι ένα βιβλίο που είχε, ίσως, την πιο δύσκολη αποστολή μεταξύ των τεσσάρων βιβλίων της σειράς. Έπρεπε να δείξει ότι η επόμενη μέρα για τις δύο χώρες θα είναι πολύ σκοτεινή, όχι μόνο στις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και εσωτερικά για την κάθε μια. Έπρεπε επίσης να δείξει ότι η Τουρκία είναι μια χώρα με πολύ μεγάλο βάθος και παρασκήνιο, που πολλές φορές εξετάζουμε επιδερμικά. Και είναι μεγάλο λάθος να μη γνωρίζεις καλά τον αντίπαλό σου. Έπρεπε επιπλέον να δείξει ότι η Ανατολική Μεσόγιος, η Συρία, η Κύπρος και το Αιγαίο βρίσκονται σε μια γραμμή που ξεκινά από το Λεβάντ και καταλήγει μέσα από τα Στενά στην Ουκρανία. Και οι δύο άκρες αυτού του φυτιλιού αυτή τη στιγμή φλέγονται. Δεν είναι καθόλου εύκολο το Αιγαίο να μείνει έξω από τη φωτιά. Και τέλος, έπρεπε να δείξει ο σημερινός πόλεμος δεν περιλαμβάνει μόνον τα πεδία των μαχών, όπως στο Πρώτο Αίμα. Υπάρχει και το εσωτερικό μέτωπο ασφάλειας και οι υβριδικές επιθέσεις που θα προσπαθήσουν να αποδυναμώσουν την ικανότητα της χώρας να αντιδράσει. Όλα αυτά θεωρώ ότι χώρεσαν σε ένα μυθιστόρημα, τον Σκοτεινό Ουρανό, που από στρατηγικής πλευράς είναι ίσως το σημαντικότερο βιβλίο της σειράς. Και τελικά, για να απαντήσω και στο ερώτημά σας, όλα αυτά δείχνουν ότι μια σύντομη ένοπλη σύγκρουση, όπως αυτή που περιγράφεται στο Πρώτο Αίμα, πιθανότατα δεν πρόκειται να λύσει τίποτα, εφόσον οι δύο χώρες εξακολουθούν να βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης λόγω θεμελιώδους ανταγωνισμού στην περιοχή για πλουτοπαραγωγικούς πόρους, ΑΟΖ, ενεργειακά περάσματα, κοκ.
Έχει γραφτεί από τον δημοσιογράφο κ. Χρήστο Κτενά πτέραρχο (ε.α.) κύριο Γεωργούση ότι η αεροπορική πλοκή του «Σκοτεινού Ουρανού» είναι μοναδική και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες όπως το Top Gun. Θα σας ενδιέφερε να δείτε κάποια στιγμή το «Αιγαίο Ώρα Μηδέν» να μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη; Και, αν ναι, τι θα θέλατε οπωσδήποτε να διατηρηθεί από τον κόσμο των βιβλίων;
Φυσικά και θα ήταν πολύ ωραίο να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη γιατί έτσι θα μπορέσει να μιλήσει σε ακόμα μεγαλύτερο κοινό. Υπάρχουν βέβαια αρκετές δυσκολίες. Κάποιες τεχνικο-οικονομικές – δηλαδή μια τόσο ακριβή παραγωγή δεν μπορεί να βγάλει τα λεφτά της κόβοντας εισιτήρια μόνο στην μικρή ελληνική αγορά – όμως η ιστορία αυτή είναι κατά βάση ελληνική, δεν θα ενδιέφερε με τον ίδιο τρόπο το ξένο κοινό. Οι άλλες δυσκολίες είναι ότι κατά τη μεταφορά από ένα βιβλίο σε ένα οπτικοακουστικό έργο, γίνονται μοιραία πολλοί συμβιβασμοί. Και γιατί το ακόμα μεγαλύτερο κοινό θέλει να δει κάτι ακόμα πιο απλοποιημένο, δραματοποιημένο και γρήγορο. Και γιατί αυτό που λέμε φωνή του συγγραφέα συνήθως χάνεται σε μια ταινία, όπου ο μόνος τρόπος να μεταδοθούν νοήματα είναι ο διάλογος μεταξύ των χαρακτήρων. Και γιατί αυτό το έργο είναι πραγματικά μεγάλο και περίπλοκο και καταπιάνεται με πολλά θέματα – δεν έχει αυτή τη στιγμή την αυστηρή συνοχή που απαιτεί μια ταινία ή μια σειρά.
Ωστόσο, η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, όχι μόνο στον πόλεμο αλλά και στον κινηματογράφο. Ίσως να φτάσουμε σύντομα στο σημείο όπου μια παραγωγή δράσης θα μπορεί να έχει υψηλό επίπεδο και χαμηλό κόστος. Τότε, θα υπάρξουν πιστεύω αρκετά επεισόδια από το Αιγαίο Ώρα Μηδέν, όπως η μάχη του Καστελλόριζου, ή δημιουργία της μοίρας Προμηθέας, που θα εξετάσουμε με τις εκδόσεις Memento για τηλεοπτική μεταφορά.
Μετά από τέσσερα βιβλία, αισθάνεστε ότι η ιστορία του «Αιγαίο Ώρα Μηδέν» έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της ή υπάρχει ακόμη συνέχεια που περιμένει να γραφτεί;
Αυτό που έχει τελειώσει είναι το κυνήγι της πλοκής με την έκδοση του επόμενου τόμου, που κράτησε σχεδόν πέντε χρόνια. Η κεντρική ιστορία έχει ειπωθεί, ειπ’ αυτή την έννοια έχει κλείσει η σειρά. Δεν θα υπάρξει δηλαδή νέο βιβλίο – Αιγαίο Ώρα Μηδέν #5, όπου και πάλι θα ξανακυλίσουν στον πόλεμο οι δύο χώρες. Γιατί τα νοήματα που είχα να μεταδώσω μέσα από αυτή την ιστορία πολέμου, τα έχω πει. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν χαρακτήρες που θα μπορούσαν να εξελιχτούν σε πρωταγωνιστές σε άλλα βιβλία. Υπάρχουν στοιχεία της πλοκής – ουσιαστικά δευτερεύουσες υποπλοκές – που δεν έκλεισα, επίτηδες. Γιατί θεωρώ ότι αξίζουν μια μέρα τα δικά τους βιβλία. Που δεν θα έχουν απαραίτητα τον τίτλο Αιγαίο Ώρα Μηδέν, όμως θα υποτάσσονται σε αυτό το σύμπαν που περιγράφεται στη σειρά.
Όταν ο αναγνώστης κλείσει το τελευταίο βιβλίο της σειράς, τι θα θέλατε ιδανικά να έχει μείνει μέσα του;
Ότι ο πόλεμος δεν είναι κάτι που επιδιώκουμε, ή κάτι στο οποίο θα μπούμε εν βρασμώ ψυχής μετά από κάποια πρόκληση. Είναι κάτι που θέλεις να αποφύγεις και για να καταφέρεις κάτι τέτοιο, η λύση δεν είναι η υποχωρητικότητα αλλά η αποτροπή. Πρέπει με λίγα λόγια την περίοδο της ειρήνης να προετοιμάζεσαι πολύ καλά για τον πόλεμο.
Επειδή πολλές φορές στην ιστορία, λαοί και χώρες προετοιμάζονταν για πόλεμο αλλά όχι σωστά, δηλαδή προετοιμάζονταν για τον προηγούμενο πόλεμο, και όχι για αυτόν που ΘΑ έρθει, είναι πολύ σημαντικά σε στρατιωτικό επίπεδο η επαγρύπνηση, η εκπαίδευση, η τεχνολογία, τα διδάγματα από άλλους σύγχρονους πολέμους, η γρήγορη απορρόφησή τους στα επιχειρησιακά δόγματα κοκ. Και σε επίπεδο οικονομίας και ανάπτυξης, δεν υπάρχει άλλος δρόμος για επιβίωση σε μια χώρα που είναι μικρή σε έκταση, πόρους και πληθυσμό από το να είναι η καλύτερη στον πόλεμο. Κι αυτό δε σημαίνει μόνο μια χούφτα καλά εκπαιδευμένους πιλότους, καπετάνιους και αλεξιπτωτιστές. Σημαίνει αμυντική βιομηχανία, επενδύσεις, καινοτομία, τεχνολογία, υποδομές, ασφάλεια, σχέδιο, τα πάντα.
Και τέλος, σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχουν ιστορίες που βάζουν τον κάθε χαρακτήρα των βιβλίων αντιμέτωπο με αυτό το συλλογικό χρέος, όμως σε προσωπικό επίπεδο. Είναι φυσικά ευλογία ότι στην Ελλάδα απολαύσαμε την ειρήνη για 80 και πλέον χρόνια, Όμως, οι ήρωες του πολέμου της Αλβανίας είναι μακριά. Τους θυμόμαστε στις σχολικές εορτές ή τις στρατιωτικές παρελάσεις, μα αυτό δεν αρκεί. Οι προηγούμενες γενιές ακούσαμε τις ιστορίες από τους παππούδες μας μέσα στο σπίτι, στην οικογένεια. Κι αυτό είναι ένα μήνυμα που επέλεξα για τις τελευταίες σελίδες του τέταρτου βιβλίου και όλης της σειράς. Αυτή η σύνδεση λείπει σήμερα, σβήνει καθώς φεύγουν οι παλαιότεροι. Και τη χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ.
























Πρόσκληση φίλων