Γράφει: Λεύκη Σαραντινού
Η Βαλερί Αγγέλου γεννήθηκε στο Charleroi του Βελγίου και μεγάλωσε στη Ρόδο. Είναι απόφοιτος ιατρικής του Université Libre de Bruxelles, με μεταπτυχιακές σπουδές στη ρινολογία-ρινοχειρουργική. Διατηρεί ιατρείο στον Άλιμο και αρθρογραφεί σε διάφορα sites. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο αγοριών. Έχει εκδώσει ως τώρα δύο μυθιστορήματα, τη «Μπουάνα» και αυτό για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ, το «Χάνεμ, μυστικά της Αλεξάνδρειας». Θα συζητήσουμε και για το συγγραφικό της έργο γενικά.

Από ότι διαβάζω στο βιογραφικό σας είστε γιατρός. Πώς αποφασίσατε να κάνετε το βήμα μετάβασης από την ιατρική στη λογοτεχνία; Ήταν κάτι που θέλατε πάντοτε ή το αποφασίσατε μεγάλη;
Τολμώ να πω ότι δεν πρόκειται ακριβώς για μετάβαση, αλλά για συνύπαρξη και συμβίωση. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, έπλαθα ιστορίες στο μυαλό μου, σαν μια μικρή εκκολαπτόμενη σκηνοθέτρια, ποτέ όμως δεν είχα την ανάγκη να τις αποτυπώσω στο χαρτί. Εξάλλου, λόγω των σπουδών μου, η επαφή με το διάβασμα και τη γραφή είχε ήδη κορεστεί αρκετά.
Μόνο τα τελευταία χρόνια, και κυρίως με αφορμή το πρώτο μου μυθιστόρημα, στο οποίο υπάρχει μια βαθιά προσωπική σύνδεση, ένιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ ουσιαστικά με τη συγγραφή. Μέχρι τότε οι ιστορίες ζούσαν κυρίως μέσα μου· η «Μπουάνα» ήταν η πρώτη που επέμεινε να γνωριστεί από τον κόσμο.
Σε σύγκριση με τη «Μπουάνα», που ήταν το πρώτο μυθιστόρημα που γράψατε, το «Χάνεμ» γράφτηκε ευκολότερα και γρηγορότερα; Ποιες ήταν οι αφορμές για τη συγγραφή αμφότερων των βιβλίων σας;
Τολμώ να πω ότι τα δύο αυτά βιβλία έχουν διαφορετική αφετηρία. Η «Μπουάνα» ήταν ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, οι ήρωες μού «ψιθύριζαν» τις ιστορίες τους αρκετά χρόνια πριν αποφασίσω να τις αποτυπώσω στο χαρτί. Προσπάθησα να κρατήσω την αφήγηση όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα γίνεται, σεβόμενη τα πρόσωπα της ιστορίας, αποδεχόμενη ταυτόχρονα και τους περιορισμούς που μου έθετε αυτή η συνθήκη.
Η «Χάνεμ», από την άλλη, μου άφησε πρωτόγνωρες λογοτεχνικές ελευθερίες. Είχα τη δυνατότητα να «σμιλέψω» την ηρωίδα μου από την αρχή, διατηρώντας όσο το δυνατόν την ιστορική ακρίβεια των υπόλοιπων προσώπων που την πλαισιώνουν.
Στο «Χάνεμ» τώρα, του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στην Αλεξάνδρεια των τελών του 19ου αιώνα. Αναφέρεστε στο βιβλίο σας στην άγνωστη, στους περισσότερους, συνεισφορά των Κασιωτών στη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ. Θα ήθελα να μας πείτε εδώ δυο πράγματα για αυτό.
Πρόκειται για μια συνεισφορά, στα όρια της θυσίας, που δεν έχει αναδειχθεί όσο θα της άξιζε. Οι άνθρωποι από την Κάσο βρέθηκαν στην Αίγυπτο κυρίως ως εργάτες και ναυτικοί, μετά τον πυρπολισμό του νησιού το 1824 από τους Οθωμανούς. Με σκληρή εργασία και δύσκολες συνθήκες, με τίμημα πολλές φορές και την ίδια τους την ζωή, συμμετείχαν σε ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα του 19ου αιώνα, που άλλαξε ριζικά τον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη.
Αυτό το ιστορικό υπόστρωμα μου κέντρισε την περιέργεια, γιατί φώτισε αυτές τις μικρές, «αθόρυβες» κοινότητες που βρέθηκαν μέσα σε κοσμοϊστορικές αλλαγές, χωρίς να έχουν πάντα θέση στις επίσημες αφηγήσεις της ιστορίας.
Θα ήθελα να μας δώσετε μια συνοπτική περιγραφή της ελληνικής κοινωνίας στην Αλεξάνδρεια στα τέλη του 19ου αιώνα. Μένει κάτι από αυτήν εκεί σήμερα;
Στα τέλη του 19ου αιώνα, η ελληνική κοινωνία της Αλεξάνδρειας βρισκόταν σε μια περίοδο ακμής που δύσκολα συγκρίνεται με οποιαδήποτε άλλη στιγμή της διασποράς. Ίσως γι’ αυτό και να είναι αυτή που έχει μείνει στη μνήμη μας μέχρι και σήμερα.
Και δεν μιλάμε για μια απλή ομάδα μεταναστών, αλλά για μια οργανωμένη, αστική και ταυτόχρονα οικονομικά ισχυρή κοινότητα. Οι Έλληνες της Αλεξάνδρειας ήταν έμποροι, τραπεζίτες, βιομήχανοι, ναυτικοί, αλλά και τεχνίτες και εργάτες, είχαν όμως μια κοινή πυξίδα: την αίσθηση ότι ανήκουν σε έναν ελληνισμό εκτός συνόρων, με ισχυρούς θεσμούς, σχολεία, εκκλησίες, εφημερίδες και φιλανθρωπικά ιδρύματα.
Η κοινότητα είχε δική της αστική ταυτότητα, η οποία δεχόταν όμως ταυτόχρονα πολλές επιρροές. Συνυπήρχε με όλες τις εθνοτικές ομάδες σε μια πόλη που τότε λειτουργούσε ως εμπορικό και πολιτιστικό σταυροδρόμι της Μεσογείου.
Όμως η άλλοτε πολυπληθής και ισχυρή ελληνική κοινότητα έχει πλέον συρρικνωθεί σημαντικά, ιδιαίτερα μετά την αλλαγή του καθεστώτος σε ότι αφορά τις διομολογήσεις και σίγουρα μετά την αιγυπτιακή επανάσταση του 1952. Σήμερα, έχει απομείνει ένας μικρός πυρήνας της πάλαι ποτέ ακμάζουσας παροικίας, αλλά όχι και η ζωντανή της δομή. Υπάρχουν ακόμη ελληνικοί ναοί, όπως ο ναός του Ευαγγελισμού, σχολεία και κάποια ιδρύματα, καθώς και ορισμένες οικογενειακές μνήμες και αρχεία.
Η Σμαραγδή, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου σας, είναι μία γυναίκα που ζει με τρόπο αντισυμβατικό για την εποχή της. Υπήρξε στ’ αλήθεια; Κι αν όχι, πιστεύετε ότι θα μπορούσε μία κοπέλα εκείνη την εποχή να κάνει όσα έκανε η Σμαραγδή;
Η Σμαραγδή είναι υπαρκτό πρόσωπο, έζησε όντως την ταραχώδη εποχή της απόβασης των Βρετανών. Τις λεπτομέρειες της ζωής της δεν θα μπορούσα να τις γνωρίζω με ακρίβεια, το μόνο που είχα στα χέρια μου ήταν αποσπασματικές αφηγήσεις που είχαν αλλοιωθεί με την πάροδο του χρόνου. Το μόνο εξακριβωμένο στοιχείο που γνώριζα ήταν ότι είχε ζήσει έναν δυνατό αλλά απαγορευμένο έρωτα, που υπήρξε καταλύτης για την εσπευσμένη φυγή της για το νησί της Ρόδου. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ήταν μια γυναίκα αντισυμβατική, που δεν χωρούσε εύκολα στα όρια που της έθετε η εποχή της. Και αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να δημιουργείται μέσα μου η ιστορία της.
Ταουφίκ, Γιακούμπ Σανού, Λουφτί πασάς και Αραμπί. Αυτά τα τέσσερα πρόσωπα παίζουν καίριο ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης του βιβλίου σας. Πρόκειται για αληθινά ιστορικά πρόσωπα; Πείτε μας δυο λόγια για κάθε έναν από αυτούς.
Και οι τέσσερις χαρακτήρες ήταν υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα, που με τον τρόπο τους έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα εκείνης της εποχής. Ο Ταουφίκ πασάς είχε μόλις αναλάβει την εξουσία σε μια υπερχρεωμένη, στους Βρετανούς, Αίγυπτο, προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις απαιτήσεις των δανειστών και στην επιβίωση του λαού του. Ο Αραμπί πασάς, αξιωματικός του στρατού, αποτέλεσε εκείνη την εποχή τη φωνή του λαού, την ουσιαστική αντιπολίτευση απέναντι στις εξωφρενικές απαιτήσεις των Εγγλέζων. Ο Γιακούμπ Σανού, Αιγύπτιος δημοσιογράφος εβραϊκής καταγωγής με μασονικές διασυνδέσεις, μέσα από τη σάτιρα προσπαθούσε να αφυπνίσει το λαϊκό αίσθημα. Απέναντί του, ο αρχηγός της αστυνομίας Λουφτί πασάς συνωμοτεί στο όνομα του Σουλτάνου.
Ένα πλέγμα δολοπλοκιών στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Θα ήθελα να μας μιλήσετε για τη σχετικά άγνωστη στο ελληνικό κοινό επέμβαση του Χαρίλαου Τρικούπη στην Αλεξάνδρεια κατά τις ταραχές και τους βομβαρδισμούς των Άγγλων το 1882.
Η Βρετανία μόλις κατέπλευσε στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας, σε μια κίνηση επίδειξης δύναμης, ζήτησε και από πολλές άλλες ευρωπαϊκές και μη χώρες τη συνεισφορά τους σε ναυτική δύναμη. Η κυβέρνηση της Ελλάδος υπό τον Χαρίλαο Τρικούπη έστειλε δύο πολεμικά πλοία, με το πρόσχημα της προστασίας της ελληνικής παροικίας από τον εξαγριωμένο αιγυπτιακό όχλο. Τελικά, λίγες μέρες πριν από το τελεσίγραφο των Βρετανών, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας εκκένωσε την πόλη μέσω εμπορικών πλοίων, ενώ οι δύο φρεγάτες κράτησαν αποστάσεις κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού.
Πιστεύετε ότι υπήρχε άλλη λύση, πιο ειρηνική, για να απαγκιστρωθεί η αλεξανδρινή κοινωνία από τους Ευρωπαίους δυνάστες της;
Τις ημέρες πριν από τον βομβαρδισμό, το διπλωματικό παρασκήνιο είχε πάρει φωτιά. Οι Μεγάλες Δυνάμεις, μαζί με την ήδη παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχαν συσκεφθεί στην Κωνσταντινούπολη με πρόσχημα την αιγυπτιακή κρίση. Η Βρετανία διαβεβαίωνε τους εταίρους της πως δεν επρόκειτο να επέμβει, παρά μόνο αν απειλούνταν. Λίγες ημέρες αργότερα, φρόντισε να βρει αυτήν ακριβώς την αφορμή, προτάσσοντας τα επισκευαστικά έργα στις οχυρώσεις του λιμανιού της Αλεξάνδρειας. Σίγουρα θα μπορούσε να είχε βρεθεί μια πιο διπλωματική λύση. Αρκεί, βέβαια, να την επιθυμούσαν πραγματικά όλοι, κάτι που δεν φαίνεται από την εξέλιξη των γεγονότων.
Σας ευχαριστώ θερμά!
























Πρόσκληση φίλων