Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
Τα Δρόμο-Λόγια είναι μικρές ιστορίες γραμμένες μέσα στην πόλη. Σε δρόμους της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, σε διαδρομές με τα πόδια, με μηχανές, με μέσα, με σκέψεις. Ιστορίες για τη φιλία, την απώλεια, τον έρωτα, τον φόβο, την πολιτική πραγματικότητα και τη μνήμη.
Δεν είναι μεγάλες αφηγήσεις αλλά για στιιγμές που περνούν γρήγορα, αλλά μένουν. Για ανθρώπους που συναντιούνται, αποχαιρετιούνται ή χάνονται. Για πόλεις που σε διαμορφώνουν χωρίς να σε ρωτήσουν. Τα κείμενα αυτά δεν ζητούν απαντήσεις. Ζητούν μόνο να σταθείς λίγο. Να κοιτάξεις γύρω σου. Και να συνεχίσεις τον δρόμο σου, κουβαλώντας κάτι παραπάνω. Το εξώφυλλο του «Δρόμο-Λόγια» διαθέτει μια λιτή αλλά ιδιαίτερα εύγλωττη αισθητική, που συνομιλεί άμεσα με το περιεχόμενο της συλλογής. Η γήινη, μπεζ απόχρωση του φόντου δημιουργεί την αίσθηση της αστικής σκόνης, του πεζοδρομίου, της φθοράς της καθημερινότητας, ενός χώρου βιωμένου και ανθρώπινου. Πάνω σε αυτή τη σχεδόν «σιωπηλή» επιφάνεια, ο τίτλος με το βαθύ κόκκινο χρώμα λειτουργεί σαν αποτύπωμα μνήμης και εμπειρίας. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το εικαστικό στοιχείο με τα αριθμημένα κίτρινα σημεία, που παραπέμπουν ταυτόχρονα σε ίχνη διαδρομής, σε χάρτη πόλης, αλλά και σε μια σχεδόν εγκληματολογική καταγραφή γεγονότων και στιγμών. Οι διαδρομές αυτές είναι ασύντακτες, ανθρώπινες, γεμάτες στάσεις και αποκλίσεις, όπως ακριβώς και οι ιστορίες του βιβλίου. Τα σχεδιασμένα πόδια στο κάτω μέρος του εξωφύλλου λειτουργούν συμβολικά: ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα στον δρόμο, κουβαλά τη διαδρομή του, γίνεται ο ίδιος μέρος της πόλης. Δεν βλέπουμε πρόσωπο, μόνο την κίνηση, τη φθορά, την πορεία. Αυτό δίνει στο εξώφυλλο μια συλλογική διάσταση, σαν οι ιστορίες να μπορούν να ανήκουν στον καθένα.
Ο Γιώργος Αντωνόπουλος κατορθώνει να επαναφέρει στο προσκήνιο όσα η καθημερινότητα συχνά ακυρώνει, δηλαδή την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, τη σημασία μιας μικρής πράξης καλοσύνης, τη σιωπηλή αγωνία του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και την επιμονή του να συνεχίζει. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο αναγνώστης/αναγνώστρια δεν παρακολουθεί απλά τα γεγονότα, αλλά συμμετέχει συναισθηματικά σε αυτά. Τα διηγήματα ενεργοποιούν τη ματιά του απέναντι στην ίδια την πόλη και στους ανθρώπους της. Μετά την ανάγνωση, ο δρόμος, το λεωφορείο, μια τυχαία συνάντηση ή μια σιωπηλή μορφή στο πεζοδρόμιο παύουν να είναι αδιάφορες εικόνες. Αποκτούν ιστορία, βάρος και ανθρώπινο περιεχόμενο.
Η συλλογή αυτή αφήνει μια αίσθηση πως, ακόμη και μέσα στη φθορά, την κοινωνική σκληρότητα και την αποξένωση, υπάρχει κάτι που επιμένει να σώζεται: η δυνατότητα του ανθρώπου να βλέπει τον άλλον όχι ως σκιά μέσα στο πλήθος, αλλά ως πρόσωπο. Αναζήτησα τον Γιώργο Αντωνόπουλο γιατί πρώτα μου δημιουργήθηκαν ερωτήματα για το βιβλίο του αλλά κι επειδή ήθελα να δω πως ένας νέος συγγραφέας βλέπει τα λογοτεχνικά πράγματα στη χώρα μας. Ακόμη πώς μπορούν να κλείνουν τα μηνύματα τους σε 73 μόλις σελίδες.


Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να γράψεις ιστορίες «μέσα στον δρόμο» και όχι αποκομμένες από τον αστικό χώρο;
Τα προσωπικά βιώματα, η πεποίθηση ότι οι σύγχρονες πόλεις αποτελούν τον τόπο, τον χώρο όπου συντελούνται οι αλλαγές και οι ζυμώσεις. Έχει μια κρυφή γοητεία το αστικό τοπίο.
Με ποιον τρόπο η Θεσσαλονίκη και η Αθήνα λειτουργούν ως χαρακτήρες μέσα στα κείμενά σου;
Ως τόποι που διαμορφώνουν τους λογοτεχνικούς ήρωες. Οι ανθρωπότυποι αυτοί είναι προϊόντα των κοινωνιών στις οποίες ζουν και πορεύονται.
Η καλοσύνη και η αλληλεγγύη εμφανίζονται ως αντίβαρο στη βία και την αποξένωση. Είναι τελικά μια μορφή αντίστασης;
Στη μεγάλη εικόνα όχι. Θέλει συλλογικές δράσεις η αντίσταση. Ωστόσο, ως στάση ζωής η ανθρωπιά είναι απαραίτητη προϋπόθεση κοινωνικής συνύπαρξης.
Στα διηγήματα «Μπλου» και «Σκληρός κόσμος» αναδεικνύεται ο φόβος και η θυματοποίηση. Πόσο δύσκολο ήταν να προσεγγίσεις λογοτεχνικά τόσο ευαίσθητες εμπειρίες;
Προσωπικά δεν δυσκολεύτηκα. Ωστόσο, βρίσκω πολύ φυσιολογικό το να δυσκολευτεί ένας ή μία συγγραφέας να αποτυπώσει λογοτεχνικά ένα «τραύμα».
Σε ενδιαφέρει περισσότερο η κοινωνική αιτία ενός γεγονότος ή η εσωτερική εμπειρία του ανθρώπου που το βιώνει;
Με ενδιαφέρει ξεκάθαρα η κοινωνική αιτία. Είναι κομμάτι της ευρύτερης κοσμοαντίληψής μου αυτό.
Στο διήγημα «Φωτιά» βλέπουμε μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ύλη και στο συναίσθημα. Πιστεύεις ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει απομακρυνθεί από τις ουσιαστικές του ανάγκες;
Πάρα πολύ. Σήμερα έχουμε πειστεί βαθιά ότι είμαστε ανεπαρκείς, ότι κάθε μέρα πρέπει να «βελτιωνόμαστε» και να γινόμαστε πιο καταρτισμένοι. Ακόμα και τον ελεύθερο χρόνο μας πρέπει να τον αφιερώνουμε σε προϊόντα, υπηρεσίες και συνήθειες που μας έχουν επιβάλει. Πρόκειται για βαθιά αλλοτρίωση της ανθρώπινης υπόστασής μας. Έχουμε ξεχάσει τι πραγματικά θέλουμε…
Ποιος είναι ο ρόλος της μνήμης στα Δρόμο-Λόγια; Είναι καταφύγιο ή βάρος;
Καταφύγιο είναι. Προσωπικά την νοσταλγία εγώ την έχω ως βάλσαμο. Ανατρέχω στις θύμησές μου και παίρνω δύναμη για το σήμερα.
Παρατηρούμε ότι πολλοί νέοι σήμερα στρέφονται σε μικρότερα, ολιγοσέλιδα βιβλία αντί για τα παλαιότερα «βιβλία-τούβλα». Πιστεύεις ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο διαβάζουμε ή αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ζούμε;
Ψιλοπάνε μαζί αυτά τα δύο. Γρήγοροι ρυθμοί ζωής, γρήγορη ανάγνωση, περιορισμένο πεδίο συγκέντρωσης. Γίνεται όλο και πιο δύσκολο, όλο και πιο σπάνιο το να εστιάσει κανείς για ώρα σε κάτι και να αφιερώσει ποιοτικό χρόνο σε αυτό το κάτι.
Οι νέοι αναζητούν σήμερα πιο άμεσες και συμπυκνωμένες αφηγήσεις. Μπορεί η σύντομη λογοτεχνική φόρμα να λειτουργήσει ως «πύλη εισόδου» για νέους ανθρώπους που δεν είχαν επαφή με το διάβασμα;
Ναι. Το είχα στο μυαλό μου, όταν έγραφα αυτά τα διηγήματα. Θα ήθελα να τα διαβάσουν νέοι άνθρωποι, οι μαθητές μου π.χ. και να είναι εύπεπτα. Σε ένα βαθμό αυτό επιτεύχθηκε, νομίζω.
Τα κοινωνικά δίκτυα και η κουλτούρα της γρήγορης εικόνας έχουν αλλάξει την αναγνωστική αντοχή του κοινού;
Εντελώς. Γενικά έχουν κάνει πολύ μεγάλο κακό και σε αυτόν τον τομέα. Το μεγαλύτερο κακό που έχουν κάνει όμως είναι να σου δίνουν την ψευδαίσθηση ότι «κάτι» λες, ενώ στην πραγματικότητα δεν λες τίποτα. Κι αυτό το τίποτα δεν επηρεάζει κανέναν και καμία.
Υπάρχει κίνδυνος η λογοτεχνία να προσαρμοστεί υπερβολικά στους γρήγορους ρυθμούς της εποχής και να χάσει το βάθος της;
Δεν ξέρω, γιατί δεν μπορώ να ορίσω την έννοια του λογοτεχνικού βάθους. Για μένα λογοτεχνικό βάθος έχει ένα βιβλίο, όταν μιλάει στις ψυχές του αναγνωστικού κοινού, στο οποίο στοχεύει. Άρα λογοτεχνικό βάθος και αναγνωστικό κοινό είναι έννοιες συγκοινωνούντες. Πίστεψε με, έχω δει πολλά καλλιτεχνικά δημιουργήματα, που θεωρητικά έχουν βάθος, αλλά στην ουσία χαρακτηρίζονται από μια δηθενιά και ένα κενό.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη λογοτεχνική συμπύκνωση και στη λογοτεχνική βιασύνη;
Η ειλικρίνεια. Γράφει κανείς για να επικοινωνήσει κάτι ή για να δείξει ότι γράφει και να αντλήσει την ανάλογη υπεραξία; Το να λες πολλά σε λίγες αράδες είναι κάτι βαθιά αληθινό και ουσιώδες.
Στο διήγημά σου "Το τελευταίο εισιτήριο" γράφεις για το μεγάλο έγκλημα των Τεμπών. Μετά από τόσο μεγάλο συλλογικό τραύμα και τόση επαναλαμβανόμενη αίσθηση ατιμωρησίας, υπάρχει ακόμη χώρος για εμπιστοσύνη, ή η γενιά σας καλείται πλέον να ζήσει και να δράσει σε μια κοινωνία όπου η ασφάλεια και η δικαιοσύνη δεν θεωρούνται δεδομένες, αλλά διεκδικούμενα ρίσκα κάθε μέρας;
Αρχικά πιστεύω πως η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όπως πολύ εύστοχα έχουν πει οι Κοινοί Θνητοί «κι απ’ το πολύ το να και να, νανουρίζω κι εμένα, μα δεν αλλάζει ο ντουνιάς από μια πένα». Μπορεί όμως να εγείρει προβληματισμούς. Η κοινωνία έχει απεριόριστες δυνατότητες, φτάνει να το συνειδητοποιήσει. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, τίποτα δεν χαρίζεται από σωτήρες, τίποτα δεν έρχεται στην τύχη. Όλα είναι ζήτημα διαπάλης και ενεργής ενασχόλησης.
Τι θα ήθελες να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;
Το ότι ο δρόμος πολλές φορές έχει να προσφέρει πολλά καντάρια γνώσης, με την έννοια της συμπυκνωμένης κοινωνικής εμπειρίας. Πρώτα ζούμε, μετά γράφουμε…
Σε μια εποχή όπου η αποξένωση συχνά παρουσιάζεται ως κανονικότητα, τα κείμενα της συλλογής υπενθυμίζουν ότι ακόμη και η πιο μικρή πράξη καλοσύνης μπορεί να μεταβάλει το βάρος μιας ολόκληρης διαδρομής. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό στοιχείο του βιβλίου. Η πίστη πως, παρά τις ήττες και τις διαψεύσεις, ο άνθρωπος εξακολουθεί να αναζητά έναν τρόπο να συναντήσει τον άλλον. Καλοτάξιδο να είναι!
Ο Γιώργος Αντωνόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Έχει ρίζες τόσο στον Νότο, όσο και στον Βορρά. Είναι καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ., Δημιουργική Γραφή στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Π.Δ.Μ. και είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίων Ελληνικών στο Τμήμα Φιλολογίας του Ε.Κ.Π.Α.. Έζησε, σπούδασε και εργάστηκε στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια, έχει επιστρέψει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Είναι μέλος φιλολογικών και επιστημονικών συλλόγων. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά, ενημερωτικά και επιστημονικά περιοδικά. Εισηγήσεις του έχουν εκδοθεί σε πρακτικά εγχώριων και διεθνών επιστημονικών συνεδρίων. Έχει επιμεληθεί ιστορικά και λογοτεχνικά συγγράμματα. Διηγήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Η συλλογή διηγημάτων Δρόμο-Λόγια είναι το πρώτο του βιβλίο.

























Πρόσκληση φίλων