Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
Ο Θάνος Κόσυβας και η Στέλλα Τζιτζιλή συνομιλούν με τη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για το φωτογραφικό λεύκωμα Οικείες φωνές — Παλιές οικίες & κτίσματα της Κατερίνης.
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται η Κατερίνη, όχι ως γεωγραφικός τόπος, αλλά ως πόλη που θυμάται πριν από εμάς και ψιθυρίζει ιστορίες. Παλιές αυλές, μπαλκόνια με σιδεριές, εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, χαμηλά προσφυγικά σπίτια που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και σήμερα στέκουν ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας άλλης εποχής. Οι «οικείες φωνές» του τίτλου Η Κατερίνη δεν είναι μόνο ένας γεωγραφικός τόπος· είναι μια πόλη γεμάτη μνήμες. Παλιές αυλές, νεοκλασικά σπίτια, μπαλκόνια με σιδεριές και χαμηλά προσφυγικά κτίσματα αφηγούνται ιστορίες ανθρώπων που έζησαν πίσω από κλειστά παντζούρια. Αυτές τις «οικείες φωνές» επιχειρεί να διασώσει το φωτογραφικό λεύκωμα των Θάνου Κόσυβα και Στέλλας Τζιτζιλή, οι οποίοι κατέγραψαν 294 παλιά σπίτια και ιστορικά κτίσματα της πόλης, κυρίως την περίοδο της πανδημίας, όταν η σιωπή των δρόμων άφησε τα ίδια τα κτίρια να μιλήσουν.
Με αφορμή αυτή την ιδιαίτερη έκδοση, που κυκλοφόρησε από την ΑΜΚΕ Φίλοι Μουσείου Πόλης Κατερίνης, συζητάμε με τους δημιουργούς για τη μνήμη της πόλης, τη σημασία της καταγραφής και το μέλλον αυτών των σπιτιών πριν χαθούν οριστικά.
Πώς διαμορφώνεται η συλλογική μνήμη μιας επαρχιακής πόλης; Ποια κτίσματα αξίζει να διασωθούν και γιατί; Και τι σημαίνει «ανάπτυξη» όταν συνοδεύεται από τη λήθη; Στην Κατερίνη, όπως και σε κάθε πόλη, η ταυτότητα χτίζεται από τις ιστορίες των ανθρώπων και από τα σπίτια που τις φιλοξένησαν. Γιατί μια πόλη υπάρχει όσο θυμάται κι όσο τη θυμόμαστε.
Πώς γεννήθηκε μέσα σας η ανάγκη να φωτογραφίσετε και να καταγράψετε τις παλιές οικίες της Κατερίνης. Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή που λειτούργησε ως αφορμή για αυτό το έργο ή ήταν μια ιδέα που επεξεργαζόσασταν εδώ και χρόνια;
Στέλλα Τζιτζιλή: Πάντοτε αγαπούσαμε τις παλιές οικίες. Είναι κομμάτι που μας συνδέει με το παρελθόν. Υπάρχει μια απαράμιλλη ομορφιά σε αυτά τα σπίτια γιατί χτίζονταν με πολύ μεράκι και δεξιοτεχνία. Ήταν η εστία ολόκληρης της οικογένειας, μονοκατοικίες με τον κήπο τους, τη δική τους μοναδική ατμόσφαιρα όπου γνώριζες τους γείτονες και υπήρχε μια αμεσότητα και επικοινωνία.
Θάνος Κόσυβας: Σε μια περιδιάβαση στην πόλη μας την Κατερίνη, συναντάμε, σε διάφορες γειτονιές, κτίρια κομψοτεχνήματα που αποτυπώνουν την αισθητική και τον πολιτισμό άλλων εποχών. Τα κτίρια αυτά χρονολογούνται κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα ή στις αρχές του 20ού. Ιστορικά σπίτια που κάποτε είχαν «ζωή» και μέσα τους φιλοξένησαν όνειρα, όμορφες αλλά και άσχημες στιγμές και για τα οποία κάποια στιγμή φτάνει το πλήρωμα του χρόνου και είναι αντιμέτωπα με την εγκατάλειψη.
Στην πόλη μας σώζονται και είναι διατηρητέα η πρώην οικία Τσαλόπουλου, η Αστική Σχολή Κατερίνης, η οικία Τσιουπλή, το παλιό Οθωμανικό Υποδιοικητήριο, τώρα 5ο Γυμνάσιο, και ο μουσουλμανικός Τουρμπές. Παρόλα αυτά, υπάρχει πληθώρα άλλων παλαιών κτιρίων στην πόλη, που τα έχουμε καταγράψει μαζί με τη γυναίκα μου, Στέλλα Τζιτζιλή, ύστερα από δική της ιδέα, με τους φωτογραφικούς φακούς μας, απαράμιλλης ομορφιάς. Κτίρια μιας άλλης εποχής, με τη χαρακτηριστική αστική αρχιτεκτονική και άλλα με εκλεκτικιστικά χαρακτηριστικά, κτίρια του Μεσοπολέμου, του ‘30, του ‘40 ή του ‘50, αλλά και του ‘60 και ’70.
Αν δεν υπήρχε η αίσθηση του επείγοντος ότι τα κτίρια χάνονται θα ξεκινούσατε αυτό το εγχείρημα;
Στέλλα Τζιτζιλή: Όταν διαπιστώνεις ότι μέρα με τη μέρα όλες αυτές οι οικίες και ολόκληρος ο κόσμος τους τείνει να αφανιστεί, θέλεις να διατηρήσεις την εικόνα τους, όχι μόνο στη μνήμη σου, για να υπάρχει παρακαταθήκη για τις ερχόμενες γενιές.
Θάνος Κόσυβας: Πολλά απ’ αυτά τα κτίρια αποτελούν για την πόλη μας αρχιτεκτονικά μνημεία, είναι δείγματα ομορφιάς του πολεοδομικού ιστού της και μέσα τους βρίσκονται θησαυροί που αναβιώνουν μνήμες και ξυπνούν ιστορίες οικογενειών που τα κατοικούσαν.
Στόχος μας είναι, εκτός από την καταγραφή και την αποτύπωση τους, η ανάδειξη της αρχιτεκτονικής και κτιριακής κληρονομιάς μας και η διάσωση του ιστορικού κτιριακού αποθέματος της πόλης μας. Αν αυτό θεωρείται αίσθηση του επείγοντος εγώ πιστεύω ότι έχουμε ήδη αργήσει και πρέπει να επιδείξουν περισσότερη βαρύτητα οι αρμόδιες αρχές, δήμος, περιφέρεια, πολιτεία.
Πόσο επηρέασε η περίοδος της πανδημίας και του εγκλεισμού τη ματιά και την απόφασή σας; Περπατούσατε στους άδειους δρόμους της πανδημίας, όταν η πόλη είχε σωπάσει. Εκείνες τις μέρες, ποιος κοιτούσε ποιον; Εσείς τα σπίτια ή τα σπίτια εσάς; Υπήρξε στιγμή που νιώσατε πως ένα παράθυρο σας παρατηρούσε, πως μια πόρτα μισάνοιχτη περίμενε τη δική σας απόφαση να τη διασώσετε;
Στέλλα Τζιτζιλή: Η πανδημία ήταν η αφορμή να ξεκινήσουμε όλο αυτό το εγχείρημα της φωτογραφικής απεικόνισης. Στους άδειους δρόμους ένοιωθες τη μοναξιά εκείνων των σπιτιών. Σκεφτόσουν τους ανθρώπους που κάποτε τα κατοικούσαν ή τα κατοικούν ακόμη.
Πιθανόν κάποιοι να μας παρακολουθούσαν πίσω από το δαντελωτό κουρτινάκι μιας και όλες οι πόρτες ήταν ερμητικά κλειστές. Μόνο οι πόρτες εκείνων των σπιτιών που είχαν βιώσει την εγκατάλειψη, έχασκαν μισάνοιχτες περιμένοντας τον ανύπαρκτο επισκέπτη της.
Τι προσέθεσε στο έργο σας το γεγονός ότι, δίπλα στις εικόνες, βρέθηκαν όχι μόνο συγγραφείς αλλά και απλοί άνθρωποι που «ξεκλείδωσαν» τις μνήμες τους και εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους στο λεύκωμα; Και ποιοι είναι οι συγγραφείς που συμμετείχαν σε αυτόν τον διάλογο με τις φωτογραφίες;
Θάνος Κόσυβας: Παράλληλα με τη φωτογράφηση μου γεννήθηκε η ιδέα να γραφτούν κάποια διηγήματα, με αφορμή τις παλιές αυτές οικίες, από κάθε συνοικία, οι οποίες έχουν φωνές και από μόνες τους έχουν να μας αφηγηθούν ιστορίες. Πρότεινα, λοιπόν, σε συγγραφείς της πόλης και σε ανθρώπους που αγαπούν τη γραφή, να γράψουμε διηγήματα - αφηγήματα για τις οικίες και τις συνοικίες της Κατερίνης, εμπνεόμενοι από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες μας, αποτυπώνοντας και την ιστορική διαδρομή της πόλης με τους κατοίκους της. Ένα ψηφιδωτό ανθρώπων, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Πόντιοι, Μικρασιάτες, Θρακιώτες, Καταφυγιώτες και Ντόπιοι στην καταγωγή.
Σ’ αυτό το λεύκωμα, υπάρχουν διηγήματα και αφηγήσεις 10 συγγραφέων και ανθρώπων της πόλης μας, που το κάνει ταυτόχρονα και λογοτεχνικό βιβλίο μνήμης, και είναι οι παρακάτω:
Αντώνης Κάλφας, Θάνος Κόσυβας, Φάνυ Κουντουριανού-Μανωλοπούλου, Θέμης Κωτούλας, Χαρούλα Λαμπαδαρίου, Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, Γιάννης Ποικιλίδης, Δέσποινα Σημαδοπούλου, Γιάννης Τεκίδης και Γιάννης Τσαπουρνιώτης.
Τα εισαγωγικά κείμενα του βιβλίου, με αρχιτεκτονικά και ιστορικά στοιχεία, ανήκουν στη Βίκη Μανιάτη και η φιλολογική επιμέλεια στη Χαρούλα Λαμπαδαρίου. Όλοι οι συγγραφείς, αξιόλογοι στο είδος τους ο καθένας, καταθέτουν κείμενα ψυχής και μνήμης, τα οποία συνομιλούν με τις οικίες και τις συνοικίες των φωτογραφιών και δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να μάθει, να θυμηθεί, να συγκινηθεί και να προβληματιστεί. Γιατί ένα παλιό κτίριο είναι φορέας συναισθήματος αλλά και γνώσης.
Επιλέξατε το ασπρόμαυρο. Ήταν αισθητική επιλογή ή τρόπος να αφαιρεθεί ο θόρυβος της σύγχρονης πόλης;
Θάνος Κόσυβας: Είναι και τα δύο πιστεύω. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες μας, αφηγούνται διάφορες ιστορίες και αφήνουν τον θεατή ελεύθερο να κάνει τη σύνδεση με το παρελθόν και με τα δικά του βιώματα. Φωτογραφίζοντας σε άσπρο - μαύρο ζητούμενο είναι να εστιάσουμε στην ουσία του θέματος που φωτογραφίζουμε, έτσι οι όγκοι, οι σκιές, οι φόρμες καλούνται να ορίσουν και να χαρακτηρίσουν το αρχιτεκτονικό θέμα μας, τονίζοντάς το με την απόλυτα οπτική μονοχρωμία που επιλέγουμε να το παρουσιάσουμε. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία μας η γλώσσα της νοσταλγίας επικρατεί.
Επιλέγουμε να αναπτύξουμε έναν διάλογο ανάμεσα στα «άψυχα» αγέρωχα κτίρια με εικόνες ασπρόμαυρες σιωπηλές και ίσως μελαγχολικές. Υπάρχει ωστόσο ένα αόρατο νήμα που συνδέει αυτές τις εικόνες με τις ιστορίες και τις μαρτυρίες, το οποίο μέσα από την περιπλάνηση του, συνθέτει ένα συγκροτημένο φωτογραφικό και λογοτεχνικό σώμα δουλειάς.
Τι μάθατε για την Κατερίνη μέσα από αυτή τη διαδρομή που δεν γνωρίζατε πριν;
Θάνος Κόσυβας: Μέσα απ’ αυτήν την αστική περιήγηση έμαθα καλύτερα την πόλη μου και την αγάπησα, αγάπησα κάθε γωνιά της και κάθε εναπομείναν παλιό κτίριο, που εγκαταλελειμμένο και βουβό μαρτυρά ζωντανά και παραστατικά τη χαμένη αίγλη του. Κάποιοι μάστοροι και πετράδες τα έχτισαν πριν από χρόνια με αγάπη και μεράκι.
Φωτογραφίζοντας τα παλιά σπίτια, ως ερασιτέχνης φωτογράφος, τα οποία ασκούν πάντα πάνω μου μια γοητεία, διαπιστώνω ότι έχουν ζωή και μνήμες και μπορείς να αφουγκραστείς τα μυστικά τους, να ακούσεις οικείες φωνές, γέλια και μουσικές.
Πιστεύετε ότι η μνήμη είναι πιο ανθεκτική από το τσιμέντο;
Θάνος Κόσυβας: Με τη μνήμη και τη νοσταλγία, αντί με λάσπη και τούβλα, οικοδομούμε οικίες κληρονομιάς, παράδοσης και γνώσης αφηγούμενοι ιστορίες της πόλης πιο ανθεκτικές από το τσιμέντο και τη λήθη.
Τα κτίρια με ιστορική και αρχιτεκτονική αξία αποτελούν τοπόσημα, διατηρούν τις ιστορικές μνήμες του τόπου, παράλληλα προσφέρουν ένα αισθητικό ενδιαφέρον και η τοπική κοινωνία αποκτά οικονομικά οφέλη, γιατί προσελκύονται ειδικής κατηγορίας επισκέπτες οι οποίοι θέλουν να γνωρίσουν τον τοπικό πολιτισμό.
Όταν φωτογραφίζατε τα σπίτια των Ποντίων, των Μικρασιατών, των Θρακιωτών, νιώσατε ότι κάθε σπίτι είχε τη δική του αύρα ή μήπως ο πόνος της ρίζας και η μνήμη της προσφυγιάς είναι ένας κοινός ψίθυρος που διαπερνά όλα αυτά τα σπίτια;
Στέλλα Τζιτζιλή: Φωτογραφίζοντας προσφυγικά σπίτια σε συνοικισμούς της πόλης μας νιώθουμε την δική τους ξεχωριστή αύρα και διαπιστώνουμε ότι μέσα τους βρίσκονται θησαυροί που αναβιώνουν μνήμες και ξυπνούν ιστορίες οικογενειών που τα κατοικούσαν.
Θάνος Κόσυβας: Αυτά τα σπίτια έχουν μνήμες πολλές, που έτσι και ξύσεις λίγο την επιφάνεια τους, μπορούν και να σου αποκαλυφθούν ονειρικές εικόνες. Μνήμες που όσο κι αν ξεθωριάζουν, δε σβήνουν ποτέ.
Συναντήσατε μαρτυρίες ανθρώπων που σας άγγιξαν βαθιά; Υπήρξε κάποια ιστορία που δεν θα ξεχάσετε;
Θάνος Κόσυβας: Η μαρτυρία της κ. Μαρίας Κανσουζίδου για την οικία της στην οδό Σαλαμίνος με Α΄ πάροδο Λιτοχώρου στο Μυλαύλακο, όπου πηγαίνει κάθε μέρα ανελλιπώς και μου μίλησε με πόνο ψυχής για το σπίτι της που τώρα ρημάζει και την ιστορία αυτού του σπιτιού, που χτίστηκε το 1930 από τον παππού της, Παναγιώτη Κανσουζίδη που ήρθε από τον Πόντο, μετά το Βατούμ και το Σοχούμ.
«Αυτό το σπίτι μην το βλέπετε έτσι όπως είναι τώρα, είχε πράγματα που το έκαναν μεγαλοαστικό σπίτι. Τώρα δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς, γιατί το σπίτι είναι τόσο εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο. Αχ! αυτό το σπίτι το αγαπώ. Και τη φύση την πονάω, έχω τους σκαντζόχοιρους μου εδώ, τις χελώνες και τις γάτες μου.
Αυτό το σπίτι είναι η ζωή μου!»
Αν η Κατερίνη ήταν πρόσωπο, τι ηλικία θα είχε μέσα από τις φωτογραφίες σας; Θα ήταν παιδί που έτρεξε σε αυλές με χώμα; Ή γέροντας/γερόντισσα που θυμάται περισσότερα απ’ όσα αντέχει να πει;
Στέλλα Τζιτζιλή: Θα ήταν παιδί που θα έτρεχε στις χωμάτινες αυλές και τους δρόμους ολημερίς και θα γύριζε με ματωμένα γόνατα αποκαμωμένο, το σούρουπο, στην ζεστή αγκαλιά της εστίας και της οικογένειας για να αποκοιμηθεί με τα αληθινά παραμύθια του παππού και της γιαγιάς.
Θάνος Κόσυβας: Θα ήταν γέροντας ή γερόντισσα που αφηγείται ιστορίες σαν και αυτές που γράφτηκαν από τους συγγραφείς του βιβλίου για όλους τους συνοικισμούς της, την Αγία Παρασκευή έως το Βατάν, το Μυλαύλακο, τον Παράδεισο, τα Καταφιώτικα, τη Νέα Ζωή, τα Θρακιώτικα, τα Βλάχικα, τα Ευαγγελικά, τα Αστικά, τα Χηράδικα, το Συνοικισμό Μικρασιατών, τον Καπνικό Σταθμό, το Σιδηροδρομικό Σταθμό και τα Γερμανικά.
Αν αυτό το λεύκωμα μπορούσε να μιλήσει στις επόμενες γενιές, τι θα τους έλεγε; Ότι κάποτε εδώ ζήσαμε; Ότι κάποτε εδώ ξεκινήσαμε; Ή ότι τίποτα δεν χάνεται πραγματικά όσο κάποιος το θυμάται;
Θάνος Κόσυβας: Ότι τα κτίρια, αν τα προστατεύουμε, αν τα φροντίζουμε, συνεχίζουν να υπάρχουν. Ότι οφείλουμε να επιδείξουμε ιδιαίτερο σεβασμό και φροντίδα γι’ αυτά τα σπίτια. Γιατί πολλά απ’ αυτά τα κτίρια αποτελούν για την πόλη μας αρχιτεκτονικά μνημεία και είναι δείγματα ομορφιάς του πολεοδομικού ιστού της και αυτή ομορφιά πρέπει να συνεχίσει να σαγηνεύει και τις επόμενες γενιές.
Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η δωρεά στους Φίλους Μουσείου Πόλης Κατερίνης; Είναι μια πράξη στήριξης σε έναν διαρκή αγώνα για τη θεσμική κατοχύρωση της μνήμης της πόλης, μια παρακαταθήκη για το μελλοντικό Μουσείο ή μια προσωπική σας δέσμευση ότι η καταγραφή δεν θα μείνει μόνο στις σελίδες ενός βιβλίου;
Θάνος Κόσυβας & Στέλλα Τζιτζιλή: Θέλουμε να ευχαριστήσουμε από καρδιάς, τους «Φίλους Μουσείου Πόλης Κατερίνης» και ιδιαίτερα τον Γιάννη Ποικιλίδη, που στήριξαν εκδοτικά αυτή την προσπάθεια και αγκάλιασαν το όλο εγχείρημα. Δεν το βλέπουμε ως δωρεά αλλά ως καθήκον, αυτή η εξαιρετική ομολογουμένως έκδοση να μείνει ως σημαντική παρακαταθήκη για την πόλη μας. Στα χέρια των «Φίλων», που μοναδικό τους στόχο έχουν την προώθηση της πρότασης για την ίδρυση Μουσείου Πόλης στην Κατερίνη και παρουσίασης των υλικών και άυλων τεκμηρίων της ιστορίας και του πολιτισμού της πόλης και των ανθρώπων της, νιώθουμε ότι συμβάλουμε κι εμείς σε αυτόν τον αγώνα για τη θεσμική κατοχύρωση της μνήμης της πόλης. Η πόλη μας αξίζει να έχει ένα βιβλίο να μιλά για τις παλιές οικίες του. Η πόλη μας αξίζει να έχει ένα Μουσείο.
Και τώρα που το βιβλίο έκλεισε και οι εικόνες πήραν τον δρόμο τους, τι μένει μέσα σας; Μια αίσθηση πληρότητας ή μια ευθύνη που συνεχίζεται;
Θάνος Κόσυβας & Στέλλα Τζιτζιλή: Νιώθουμε ειλικρινά ευγνώμονες για την υλοποίηση ενός ονείρου που έγινε πραγματικότητα και δεν έμεινε μόνο στα σχέδια και είμαστε πολύ περήφανοι και χαρούμενοι γι’ αυτήν την έκδοση. Τίποτα δε σταματά εδώ. Υπάρχουν άλλες τόσες ιστορίες για την πόλη που δεν ειπώθηκαν και δεν γράφτηκαν ακόμη…
Μέσα από τις 294 φωτογραφίες η πόλη δεν εμφανίζεται ως παρελθόν που τελείωσε, αλλά ως παρόν που ζητά να θυμηθούμε. Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι αν τα σπίτια θα σωθούν από τον χρόνο. Το ερώτημα είναι αν θα σωθούν από την αδιαφορία. Γιατί όσο κάποιος τα κοιτάζει με προσοχή, όσο κάποιος πατά το κουμπί της μηχανής με επίγνωση ότι διασώζει κάτι περισσότερο από τοίχους, τίποτα δεν χάνεται ολοκληρωτικά. Και όταν το βιβλίο κλείνει, δεν σημαίνει ότι η διαδρομή τελειώνει. Μένει μια ευθύνη: να συνεχίσουμε να κοιτάμε. Να αφουγκραζόμαστε. Να θυμόμαστε. Γιατί οι πόλεις δεν ζητούν να τις λυπηθούμε. Ζητούν να τις αναγνωρίσουμε. Ευχαριστώ πολύ Θάνο Κόσυβα και Στέλλα Τζιτζιλή για την κουβέντα και εύχομαι ολόψυχα να βρει το δρόμο του σε κάθε Κατερινιώτικο σπίτι.

























Πρόσκληση φίλων