Γράφει: Διονύσης Λεϊμονής
Ο Ανδρέας Μήτσου έχει εκδώσει δέκα συλλογές διηγημάτων, επτά μυθιστορήματα και τρεις νουβέλες. Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για την συλλογή Η Εξαίσια Γυναίκα και τα Ψάρια, με το Βραβείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών (Ουράνη) για τη συλλογή διηγημάτων Σφήκες, με το Βραβείο Αναγνωστών (ΕΚΕΒΙ-ΕΡΤ) για τη νουβέλα Ο κύριος Επισκοπάκης, με το βραβείο του περιοδικού Literature για το μυθιστόρημα Η Αλεξάνδρα και με το Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατά για το μυθιστόρημα Η Παγίδα. Σπούδασε Φιλοσοφία (PhD), Μεσαιωνική και Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία και Αγγλική Λογοτεχνία. Έχει διδάξει Δημιουργική Γραφή και Θεωρίες Αφήγησης στο ΕΚΕΒΙ, στη Φιλοσοφική Σχολή και στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, στον «ΙΑΝΟ», στα FNAC, κ.ά. Εργάστηκε ως φιλόλογος και ως σύμβουλος φιλολόγων στη Δημόσια Εκπαίδευση. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ολλανδικά και ρωσικά. Τελευταίο βιβλίο του, η νουβέλα Δυο Παράξενα Πλάσματα (Εκδόσεις Καστανιώτη, Ιούνιος 2025).
Εκπαιδευτικός, καθηγητής δημιουργικής γραφής, αρθρογράφος, συγγραφέας… Ποιος από όλους αυτούς τους «ρόλους» μπορεί να επισκιάσει τους άλλους ή συνυπάρχουν αρμονικά;
Σε μια παράσταση παίρνω μέρος, εκών άκων. Ηθοποιός πάνω στη σκηνή. Τον ίδιο ρόλο παίζω πάντα, με διαφορετικά κάθε φορά προσωπεία. Πότε δάσκα-λος, πότε συγγραφέας. Όταν πείθω, τότε καταξιώνω έναν ρόλο μου.
Κουβαλάμε τις αφηγήσεις και τις αναγνώσεις μας… Ποιος είναι το δικός σας «φορτίο»;
Άμα ξεφορτωθώ, τότε θα μάθω, προς το παρόν λαχανιάζω. «Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες», λέει ο Σεφέρης. Γι’ αυτό προσπαθώ, γράφοντας, να απαλλαγώ απ’ αυτά τα φορτία, να φανερωθώ – αναδυθώ ανάλαφρος και αθώος. Έχοντας αποστασιοποιηθεί, θέλω να πω, από την ξένη γνώση, από επιρροές και τυραννικά βιώματα.
Πώς αυτό μεταπλάθεται, αξιοποιείται, εντοπίζεται στην τέχνη σας;
Το όποιο βίωμα μεταλλάσσεται διαρκώς, ανάλογα με τους ανέμους και τα ρεύματα της πραγματικότητας. Ό,τι πασχίζω, να μη με πάρει ολότελα ο άνεμος. Χρησιμοποιούμε, λοιπόν, διάφορες μορφές εξαπάτησης, λυτρωτικά ψέματα, οι συγγραφείς, για να εξορκίσουμε το κακό, να ξεγελάσουμε και να παρηγορήσουμε τους λυπημένους, και προπαντός τον εαυτό μας.
Και το γύρω περιβάλλον σας στενότερο ή ευρύτερο; Ποιο ρόλο έπαιξε ή διαδραματίζει;
Μας περιτυλίγει, μας δένει ανεπαίσθητα το περιβάλλον, στενό ή και ευρύτερο. Μας δίνει όμως και την ευκαιρία να σπάσουμε τα δεσμά μας. Αλλά πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή, σε διαρκή εγρήγορση, για να διακρίνουμε αυτήν την ευκαιρία. Απαιτεί εξαιρετική μαεστρία η διαχείριση της στιγμής της αθόρυβης δραπέτευσής μας από την ασφυκτική πραγματικότητά μας. Ιδιαίτερη πανουργία. Ο συγγραφέας οφείλει να είναι πολύτροπος, πολυμήχανος, αλλιώς θα τον καταπιεί το μικρός χώρος.
Αγαπημένο άκουσμα (ιστορία-τραγούδι-φράση).
«Ό,τι και να πω, κάτι περισσεύει», θυμίζω τον Διονύση Σαββόπουλο. Τρύπιες είναι οι λέξεις μας και πρέπει να τις μπαλώσουμε για να μας προστατεύσουν.
Αγαπημένη εικόνα.
Εκείνη η παλιά, της δεκαετίας του 1980, το κοριτσάκι που βάζει ένα γαρύφαλλο μέσα στην κάννη του όπλου, κι ακόμα η εικόνα των προσώπων που αγάπησα και αγαπώ και τη φυλάω προσεκτικά μέσα μου.
Αν δεν αναπνέατε με οξυγόνο, τι θα σας έδινε ζωή;
Μια μυρωδιά παλιά και ανεξίτηλη.
Αν έπρεπε να στερηθείτε κάτι που αγαπάτε πολύ, τι θα ήταν αυτό;
Δεν θέλω να στερηθώ ό,τι αγαπώ.
Αγαπημένο: Όνομα – Λουλούδι – Γεύση – Μυρωδιά.
Λουλούδι: γαρύφαλλο. Γεύση: κεράσι.
Όλα τα άλλα, φρόνιμο είναι να μην τ’ αποκαλύψω δημόσια.
Ένας κακός εφιάλτης.
Δεν έχω εφιάλτες.
Ένας επόμενος στόχος στη ζωή σας, στην πορεία σας;
«Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωράμε. Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά», καταφεύγω και πάλι στον Σεφέρη, αφού ήρωες είμαστε όλοι μας στα μάτια του εαυτού μας.
Σάς δίνω πέντε λέξεις, σας παρακαλώ κάντε μου ένα μικροδιήγημα σε 43 ακριβώς λέξεις(κατά προτίμηση αυτοβιογραφικό): παγίδα, ψεύδος, σχοινί, φτερά και φόβος
Φοβόντανε πως του ‘χουν στημένη παγίδα, ότι του λένε ψέματα, για να τον φυλακίσουν. Δεμένος με σχοινί, έμενε στο κλουβί του. Κάποτε ενέδωσε, ξεγελάστηκε. Τότε έβγαλε φτερά, έγινε πουλί. Πετούσε ψηλά. Το ψέμα, η αλήθεια του. Το κατάλαβε αργά. Μόλις έπεσε πάνω στο χώμα.
Y.Γ. Σαράντα τρεις ακριβώς είναι οι λέξεις. Αν και οι συγγραφείς δεν ξέρουν να μετράνε. Τον υπολογισμό τον κάνει, ερήμην τους, η ιστορία τους.
Με εκτίμηση,
Ανδρέας Μήτσου
























Πρόσκληση φίλων