Γράφει: Παναγιώτης Σιδηρόπουλος
Το απόγευμα της 28ης Απριλίου παρουσιάστηκε η νέα ποιητική συλλογή της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη “Ραφή της μνήμης” στην Κατερίνη, από τις εκδόσεις ΤΡΙ-ΕΝΑ Πολιτισμού- που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη-, στο θέατρο Πήγασος. Έναν ζεστό χώρο που κρατά με πείσμα τη θεατρική σκηνή ζωντανή εδώ και 46 χρόνια. Εξακολουθεί να αναπνέει, να παράγει φως, να είναι μια δημιουργική κυψέλη
Με τη δημιουργό και για τη συλλογή συνομίλησαν οι: Ζωή Γαλαξίδου, Ψυχολόγος – Εκπαιδευτικός, Καλλιόπη Πασιά, Εκδότρια – Συγγραφέας, ενώ ποιήματα διάβασαν οι: Θωμαή Σιούμη, Εκπαιδευτικός – Ηθοποιός και η Κλεοπάτρα Κλεοπάτρα Αλμαλιώτου, Ταξίαρχος νοσηλεύτρια – Ηθοποιός.

H εκδότρια και συγγραφέας Καλλιόπη Πασιά- η oποία ήταν και συντονίστρια της παρουσίασης -είπε μεταξύ άλλων: “Η δομή της συλλογής δεν είναι τυχαία. Τα ποιήματα δεν τοποθετήθηκαν απλώς το ένα δίπλα στο άλλο· χωρίστηκαν σε θεματικές ενότητες που ακολουθούν μια εσωτερική διαδρομή. Ξεκινάμε από το σώμα, από τη σιωπή που επιβάλλεται, από το τραύμα που δεν έχει ακόμη λόγο. Προχωράμε στη μαθητεία αυτής της σιωπής στον τρόπο που η κοινωνία, η οικογένεια, οι ρόλοι τη διδάσκουν και τη νομιμοποιούν. Στη συνέχεια, η μνήμη ανοίγει: εμφανίζονται οι μάνες, οι νεκροί, τα ονόματα που δεν ειπώθηκαν, όσα δεν έχουν μνήμα αλλά επιμένουν να υπάρχουν. Από εκεί, η συλλογή διευρύνεται. Το σώμα γίνεται γη. Το τραύμα γίνεται συλλογικό. Η εμπειρία της γυναίκας συναντά την εμπειρία του τόπου, της καταστροφής, της εξορίας. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή, κάτι αλλάζει: η σιωπή μετατρέπεται σε φωνή. Όχι ξαφνικά, αλλά σταδιακά μέσα από τη γραφή, τη μνήμη, την επιμονή.Η τελευταία ενότητα δεν είναι λύτρωση. Είναι συνέχεια. Είναι ο σπόρος που μένει μετά τη στάχτη όχι ως παρηγοριά, αλλά ως ευθύνη. Ως εκδότρια, πίστεψα σε αυτή τη δομή γιατί δίνει στο έργο ρυθμό και αναπνοή. Ως ποιήτρια, την ακολούθησα γιατί ήταν η μόνη που μπορούσε να κρατήσει αυτή τη φωνή χωρίς να τη διαλύσει. Και ως γυναίκα, τη γνώρισα”.

Η Ζωή Γαλαξίδου ανέφερε μεταξύ των άλλων: “Η ποίηση που κρατάμε σήμερα στα χέρια μας δεν γράφτηκε για να μας καθησυχάσει. Αντίθετα, αποτελεί μια πράξη αντίστασης. Είναι μια ποίηση που καταγγέλλει την κακοποίηση, την επιβαλλόμενη σιωπή, τα κρατικά εγκλήματα, τον πόλεμο, τη γενοκτονία, την προσφυγιά. Και όλα αυτά από τη θέση της γυναίκας. Για να μας θυμίσει ότι η σιωπή αργά ή γρήγορα μετασχηματίζεται σε λόγο που βάζει φωτιές, αφού: «Οι σιωπές που με έκαιγαν τώρα πια ανάβουν φωτιές» Και: «Δεν γράφω για να ευχαριστήσω, γράφω για να ανατρέψω» Έτσι, η φωνή που αναδύεται μέσα από τα ποιήματα δεν είναι ατομική, αλλά συλλογική, γυναικεία και διαπολιτισμική, καθώς τα ποιήματα της συλλογής ξεδιπλώνουν ένα ολόκληρο πλέγμα καταπίεσης κοινωνικής, πολιτικής, ιστορικής. Μιλούν γυναίκες που αποκλείστηκαν μέσω στερεοτυπικών κοινωνικών αντιλήψεων, που έζησαν στο περιθώριο, που βρέθηκαν αντιμέτωπες με τη βία όχι μόνο του οικείου, αλλά και της εξουσίας, μητέρες που έχασαν τα παιδιά τους σε εγκλήματα τα οποία δεν ήταν «ατυχήματα», γυναίκες που ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους και έγιναν προσφύγισσες, που έμειναν χωρίς σπίτι, χωρίς πατρίδα, χωρίς δικαιοσύνη, αλλά και γυναίκες που ύψωσαν τη φωνή τους και αντιστάθηκαν, όχι βέβαια χωρίς τίμημα” Και πιο κάτω: Η συλλογή δεν μένει μόνο στη βία, αλλά αναδεικνύει και τον μηχανισμό που τη συντηρεί, ο οποίος δεν είναι άλλος από τους ρόλους. Η γυναίκα έμαθε να αντέχει χωρίς να μιλά, να εγκλωβίζεται σε ρόλους ξένους προς την επιθυμία της. Ζει τη βία ως «μοίρα» και βλέπει τον πόνο της να αμφισβητείται ή να αποσιωπάται. «Φόρεσα ονόματα και ρόλους: κόρη, σύζυγος, μάνα… Τώρα δεν ξέρω αν υπάρχω ή αν είμαι μόνο ό,τι περίσσεψε» Η γυναίκα δεν γεννιέται μόνο, αλλά κατασκευάζεται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Της επιβάλλονται σχήματα, συμπεριφορές, τρόποι, σιωπές. Έτσι εγκλωβίζεται σε μια αόρατη φυλακή, που δεν της επιτρέπει να δει τον κόσμο με τα δικά της μάτια, να εκφράσει τον εαυτό της, να αναπτύξει τις δυνατότητές της και να ονειρευτεί πέρα από τους ρόλους που της επιβλήθηκαν ήδη από τη στιγμή που ήρθε στον κόσμο. Και η μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του συστήματος είναι ότι κάνει τη φυλακή να μοιάζει φυσική….Η μνήμη είναι πολιτική πράξη, γι αυτό και η κάθε εξουσία φοβάται και ελέγχει τη μνήμη. Η ποίηση όμως, επιμένει να θυμάται...”Δεν είσαι θρήνος, είσαι σπόρος. Δεν είσαι θύμα, είσαι χώρα».

Στη συνέχεια πήρε τον λόγο η ποιήτρια, η οποία αφού ευχαρίστησε τους συντελεστές και το αναγνωστικό κοινό, ανέφερε μεταξύ άλλων: “Η εξέγερση δεν είναι πάντα η φωτιά που φαίνεται αλλά κι αυτή που υποβόσκει σιωπηλά και επίμονα. Εξέγερση είναι και η στιγμή που μια γυναίκα στέκεται μπροστά στον καθρέφτη και αναγνωρίζει το πρόσωπό της χωρίς ντροπή και σηκώνει το χέρι της γροθιά. Γιατί «Η ραφή της μνήμης»; Γιατί η μνήμη όταν θέλεις δεν ξεχνά, επιμένει και ράβει τις ρωγμές της Ιστορίας με λέξεις που γεννούν ζωή. Υπάρχουν φωνές που δεν γράφουν για να διαβαστούν αλλά για να επιζήσουν πίσω από κάγκελα, μέσα σε εξορίες, διώξεις και φόβους. Οι επικίνδυνες συγγράφισσες, οι επικίνδυνες ποιήτριες που τόλμησαν να υπερασπιστούν την αλήθεια τους γίνονται φάροι που μένουν αναμμένοι όταν όλα γύρω σκοτεινιάζουν. Ως μέλος του Δικτύου Γυναικών Συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας “Η Φωνή της” και του PEN Greece αφιερώνω αυτή τη συλλογή στη δράση και στον αδιάκοπο αγώνα τους. Θέλω με κάθε ανάσα και κάθε λέξη, να υψώνω τη φωνή μου μαζί με όσες δεν σωπαίνουν, όσες φωτίζουν τον δρόμο προς την αλήθεια, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη”.
Στο τέλος, η ποιήτρια υπέγραψε αντίτυπα και δέχτηκε τις ευχές τους.

























Πρόσκληση φίλων