Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
 

Το Bookia αναζητά μόνιμους συνεργάτες σε κάθε πόλη τής χώρας για την ανάδειξη τής τοπικής δραστηριότητας σχετικά με το βιβλίο.

Γίνε συνεργάτης τού Bookia στη δημοσίευση...

- Ρεπορτάζ.
- Ειδήσεις.
- Αρθρογραφία.
- Κριτικές.
- Προτάσεις.

Επικοινωνήστε με το Bookia για τις λεπτομέρειες.
Μάρω Λεονάρδου, μιλάει στον Δημήτρη Μπουζάρα για τον «κύριο Μ.»
Διαφ.

Γράφει: Δημήτρης Μπουζάρας

Η Μάρω Λεονάρδου είναι δημοσιογράφος-συγγραφέας. Γεννήθηκε στο Βελιγράδι το 1965. Η καριέρα της ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1984 στο εξωτερικό δελτίο της εφημερίδας Μεσημβρινή, όπου και παρέμεινε έως το 1990. Συνεχίστηκε με την εισαγωγή της ιδιωτικής τηλεόρασης στη ζωή μας, κι έτσι επί είκοσι χρόνια, μέχρι το 2011, εργάστηκε ως συντάκτης και αρχισυντάκτης διεθνών ειδήσεων, παρουσιάστρια ειδήσεων και εκπομπών, για μία δεκαετία στον ΑΝΤΕΝΝΑ (1990-2000) και άλλη μία στο MEGA (2000-2011). Τα ραδιοφωνικά πειράματα έγιναν στην ΕΡΑ 1 (1988-1990), στον FLASH (2009-2011) και στον REAL FM (2011-...). Από το 2008 έως σήμερα συνεργάζεται με την κυριακάτικη εφημερίδα Real News.

Αν δεν είχε ακολουθήσει καριέρα δημοσιογράφου θα ήταν καθηγήτρια γαλλικών, αφού το 1987 πήρε πτυχίο Γαλλικής Φιλολογίας από τη Φιλοσοφική Αθηνών. Έχει συμμετάσχει επαγγελματικά ως μπαλαρίνα σε παραστάσεις (Δον Κιχώτης, Ωραία Κοιμωμένη, Κοπέλλια) του Μπαλέτου Αθηνών (Ντε Πιάν-Μέτσης), στο Ηρώδειο, στο Θέατρο Λυκαβηττού, στο Ρεξ και στη Λυρική Σκηνή, από το 1977 έως το 1983. Ερασιτεχνικό ήταν το πέρασμα στο πιάνο από το Ωδείο Αθηνών, όπου τη δεκαετία του ’80 ήταν μαθήτρια του Μενέλαου Παλλάντιου, στην αρμονία και το σολφέζ. Έχει τρία παιδιά και ένα εγγόνι. Μιλά, γράφει και καταλαβαίνει αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Προσπαθεί να μάθει ρώσικα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ, λατρεύει το μπαλέτο, τα βιβλία, τα ταξίδια και τα όνειρα.

Έχει γράψει 6 μυθιστορήματα. Τα τελευταία χρόνια εκπαιδεύεται ως ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια ομάδας και οικογένειας στο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο Αναλυτικής Ψυχοθεραπείας (ΕΛ.ΕΚ.ΙΝ.).

Ο κύριος Μ, Μάρω Λεονάρδου, Εκδόσεις Αρμός

Το νέο σας βιβλίο,  με τίτλο «Ο κύριος Μ.» κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Αρμός. Τι είδους αποτέλεσμα είναι; Τι είδους σχέση έχετε πλέον με τη συγγραφή, τι προσδοκάτε;

Γράφω βιβλία και συγκεκριμένα μυθιστορήματα, επειδή έχω ιστορίες στο κεφάλι μου, που πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρουσες και θα ήθελα να τις μοιραστώ. Δεν προσδοκώ τίποτα, ούτε καν την αναγνώριση ως συγγραφέας, γιατί ξέρω ότι αυτό πλέον γίνεται με συγκεκριμένους όρους γνωριμιών και δημοσίων σχέσεων, τις οποίες αρνούμαι να κάνω. Αν προσδοκώ κάτι, αυτό θα ήταν ίσως μια καλύτερη θέση στα ράφια και τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, μήπως και δώσουμε μια ευκαιρία στις ιστορίες μου να αποκτήσουν αναγνώστες. Κι αυτό όμως στις μέρες μας είναι θέμα marketing, οπότε μου αρκεί η αναγνώριση από τους εκδότες μου, που δέχονται να με εκδώσουν! Και τους ευχαριστώ γι αυτό.

Ο τίτλος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για ένα μυθιστόρημα; Για ποιους λόγους έγινε η επιλογή του συγκεκριμένου;

Σίγουρα έχει και ο τίτλος τη σημασία του, όπως και το εξώφυλλο. Προσωπικά, δε δίνω τόσο μεγάλη σημασία, ούτε «το ψάχνω», γιατί μου βγαίνει αυθόρμητα προτού καν ξεκινήσω να γράφω… Ήθελα να πω την ιστορία του κυρίου Μ., ενός φανταστικού ήρωα που γεννήθηκε στο κεφάλι μου, μέσα από τις εμπειρίες μου στην τηλεόραση, τόσο απλά. Κι έτσι απλά ξεκίνησα να την αφηγούμαι.

Υπάρχουν βιωματικά στοιχεία το βιβλίο; Για ποιους λόγους επιλέξατε να αφηγηθείτε μια ιστορία η οποία έχει να κάνει με το χώρο στον οποίο εργαστήκατε για τριάντα τρία έτη;

Το βιβλίο ξεκίνησε σαν ένας εσωτερικός μονόλογος ανασκόπησης, απολογισμού, αναμνήσεων. Δεν ήμουν σίγουρη όταν ξεκινούσα να γράφω ότι θα γινόταν βιβλίο, αυτό προέκυψε αργότερα. Αν και δε μου αρέσουν οι αυτοβιογραφίες, γι αυτό και δεν πρόκειται περί αυτοβιογραφίας, επέλεξα να δώσω τη δική μου οπτική γωνία, και άποψη αν θέλετε, για κάτι που βίωσα στο πετσί μου, πράγματι 33 ολόκληρα χρόνια.  Και ναι, έχει βιωματικά στοιχεία, τα οποία όμως χάνονται μέσα στη φανταστική και ολίγον σουρεαλιστική πλοκή.

Όταν δημιουργείτε ένα ήρωα του επιτρέπετε την ελεύθερη βούληση μέσα στο κείμενο;

Δεν είμαι της σχολής που λέει, με «πάνε οι ήρωές μου»…. Τους ήρωές μου τους κατασκευάζω και τους πάω εγώ εκεί που θέλω από την αρχή μέχρι το τέλος. Κι αυτό έχει συμβεί προτού ξεκινήσω να γράφω. Το μόνο που με απασχολεί είναι πως από τη στιγμή που ξεκινά η διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, αυτή θα πρέπει να είναι συνεπής μέχρι τέλους. Χτίζω τους χαρακτήρες, έτσι ώστε η συμπεριφορά τους μέσα στο βιβλίο και η δράση τους που θα δώσουν την πλοκή, να είναι συνεπής με αυτούς τους χαρακτήρες.

Ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό είναι τόσο η ροπή μας στη ματαιοδοξία, όσο και στην αγάπη, για ποιους λόγους επιλέγουμε το πρώτο; Για ποιους λόγους θελήσατε να μιλήσετε -εκτός των άλλων- για αυτό στο βιβλίο σας;

Καταρχήν δε βρίσκω τίποτα κοινό ανάμεσα στη ματαιοδοξία και την αγάπη, ίσως μόνο ότι πρόκειται για ανάγκες. Επιλέγουμε το πρώτο γιατί πιστεύω ότι είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης και όλη διαθέτουμε από λίγη. Αυτό που διαφέρει σε κάθε  άνθρωπο είναι το απόθεμα της ματαιοδοξίας που διαθέτει. Η ποσότητα. Κι αυτό φυσικά εξαρτάται από το πώς μεγάλωσε, από το αν νιώθει την ανάγκη να διακριθεί μέσα στο ανώνυμο πλήθος. Ζούμε σε μια ναρκισσιστική εποχή, όπου το φαίνεσθαι είναι η αρχή και το τέλος για τους περισσότερους. Αυτό λοιπόν αυξάνει τη ματαιοδοξία μας. Επέλεξα να μιλήσω γι αυτό, γιατί είναι κάτι που με αφορά, κάτι που μου συνέβη  όχι και τόσο συνειδητά για πρώτη φορά στα 24 μου και στη συνέχεια με ακολούθησε μέχρι που αποχώρησα από την τηλεόραση και δυστυχώς με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Ήταν ο τρόπος ζωής μου για πάρα πολλά χρόνια. Την έχω γνωρίσει πολύ καλά αυτή τη ματαιοδοξία από την καλή και από την ανάποδη, θεωρώ ότι μπορώ να μιλήσω γι αυτήν.

Διαβάζοντας, παρατηρούμε αφενός  πως η χρήση τόσο του α' όσο και του γ' προσώπου -το οποίο μέσα από τη ματιά του ως παντογνώστης της πλοκής, βοηθά τον αναγνώστη να εισέλθει πιο βαθιά κείμενο και να λάβει πιο άμεσα τα μηνύματα του- σε συνδυασμό με την εξαιρετική αφήγηση, τη λεπτομερή παρουσίαση του ψυχισμού των ηρώων, δεν αφήνουν κενά στην κατανόηση των ζητημάτων πραγματεύεται το βιβλίο. Το να είναι ξεκάθαρα τα μηνύματα, ήταν μια πρόκληση με μεγάλο βαθμό δυσκολίας; Πόσο εύκολο είναι να δημιουργηθεί ένας «δυνατός» χαρακτήρας;

Αυτό που περιγράφετε θα μπορούσε να είναι και ένα μεγάλο μειονέκτημα του βιβλίου και γενικότερα των βιβλίων μου αν θέλετε. Με έχουν ρωτήσει για παράδειγμα, γιατί τα κάνω όλα τόσο ξεκάθαρα, τόσο φανερά …. Και η απάντηση είναι η εξής μία. Γιατί έτσι είμαι κι εγώ σαν άνθρωπος.  Δεν μπορώ τα σκοτεινά σημεία, δεν αφήνω αμφιβολίες για τίποτα, μ αρέσει η αλήθεια, το φως ,ακόμη και αν πονάει καμιά φορά στα μάτια. Μην  ξεχνάτε, ξεκίνησα τη ζωή μου ως δημοσιογράφος, που στην πιο ρομαντική του εκδοχή αναζητά πάντα την αλήθεια. Γι αυτό και πιστεύω ότι είμαι λιγότερο λογοτέχνης και περισσότερο δημοσιογράφος ακόμη και στα λογοτεχνικά μου βιβλία.  Για μένα το ξεκάθαρο είναι το απλό, κανένας βαθμός δυσκολίας. Δεν μου αρέσουν τα σκοτεινά και διφορούμενα. Αν από αυτό προκύπτουν «δυνατοί χαρακτήρες», τότε είναι για μένα εξίσου απλό όλο αυτό.

Είναι εμφανής στους ήρωες του βιβλίου μία δόση υποκρισίας -τόσο στη σχέση με τον εαυτό τους, όσο και στη σχέση τους με τους άλλους- η οποία, σαφώς, αποτυπώνει την -σε γενικές γραμμές- υποκριτική μας κοινωνία. Ήταν ένα από τα ζητούμενα του βιβλίου, να αναδειχθεί, να δοθεί έμφαση στο γεγονός αυτό  και στην έντονη παρουσία του στην κοινωνία;

Πολύ πιθανόν, αν και ξέρετε, όταν ξεκινάς να γράψεις μια ιστορία δεν κάνεις λίστα με το τι θέλεις να αναδείξεις, ή να δώσεις έμφαση. Σε ενδιαφέρει η πλοκή και η συνέπεια των χαρακτήρων, εμένα τουλάχιστον. Ένα μυθιστόρημα δεν είναι κατηχητικό, ούτε έκθεση ιδεών, που μας μάθαιναν στο δημοτικό, που πρέπει να περνάει μηνύματα. Τουλάχιστον για μένα δεν είναι ο στόχος να περάσω μηνύματα γιατί δεν είμαι θεός, ούτε δάσκαλος, ούτε καθοδηγητής. Επικεντρώνομαι στην ιστορία. Κι αν αυτή δίνει μηνύματα, οκ

Ματαιοδοξία, εγωισμός, απληστία από τη μία και από την άλλη το θνητό της ύπαρξης, πως είναι δυνατόν να συνεχίζουμε να κατευθυνόμαστε προς το σκότος, ενώ έχουμε τη δυνατότητα να στραφούμε στο  φως; Είμαστε τόσο επιρρεπείς ως είδος στο δυστοπικό, ή έχουμε συνηθίσει σε αυτό; Έχουν μερίδιο ευθύνης και τα μέσα;

Τώρα αυτό… μάλλον χρειάζεστε ιεροκήρυκα για να σας το πει. Δεν ξέρω γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν  το σκοτάδι από το φως, το ψέμα από την αλήθεια. Αυτό που σίγουρα μπορώ να σας πω μετά τη σύντομη διαδρομή μου στην ψυχανάλυση, ως αναλυόμενη και εκπαιδευόμενη στη συνέχεια, είναι ότι το μίσος προηγείται της αγάπης, στην οποία εκπαιδευόμαστε στην πορεία της ζωής.  Με την κατάρρευση των ιδεών, των ιδεολογιών και των ιδανικών, οι άνθρωποι στρέφονται πιο εύκολα στην αρχική φάση της ύπαρξης, δε «εκπαιδεύονται» πλέον στην αγάπη, ίσως γιατί πιστεύουν ότι πονάει και δεν τη χρειάζονται. Και ναι, τα μέσα όπως και ο σύγχρονος πολιτισμός, με την επικράτηση του χρήματος αλλά και του φαίνεσθαι που προανέφερα, καλλιεργεί τα σκοτεινά σημεία του ανθρώπου. Στην πραγματικότητα όμως, τα μέσα όπως και οι πολιτικοί μας είναι ο καθρέφτης μας.     

Το βιβλίο λειτουργεί  ως μαύρο κουτί της σχέσης των δύο ηρώων  -Αγαπάκη και Μάγδας- και όχι μόνο. Μιας σχέσης, παρόμοιας με πολλές γύρω μας, οι οποίες, ενώ ξεκινούν με τους καλύτερους οιωνούς, παρόλα αυτά, βασίζονται σε σαθρά θεμέλια, λανθασμένα κριτήρια επιλογής συντρόφου και επιλογές δίχως λογική ή δεύτερη σκέψη. Είναι θέμα τύχης η επιλογή του κατάλληλου συντρόφου; Αν όχι, για ποιους λόγους κατά κανόνα  δυσκολευόμαστε ή δεν τα καταφέρνουμε;

Για τη σχέση Δημήτρη Αγαπάκη και Μάγδας θα πρέπει να ανατρέξετε σε προηγούμενο βιβλίο μου, που είναι το Καφές με Ζάχαρη των εκδόσεων Κέδρος. Εκεί περιγράφεται η αρχική γνωριμία. Είναι κάτι που μου αρέσει, να παίρνω τους ήρωες ενός βιβλίου και να τους εξελίσσω στο επόμενο ή σε επόμενο. Όπως και να χει, δεν υπάρχει «κατάλληλος» και ακατάλληλος σύντροφος. Όπως και όλα τα υπόλοιπα στη ζωή μας, επιλέγουμε με βάση αυτό που έχουμε βιώσει το οποίο είτε προσπαθούμε να επαναλάβουμε, είτε να αποφύγουμε. Αν είχαμε μια συγκρουσιακή σχέση με το γονέα του αντίθετου φύλου, το πιθανότερο είναι να επιλέξουμε έναν σύντροφο με τον οποίο θα έχουμε την ίδια συγκρουσιακή σχέση, και το αντίθετο. Έτσι τουλάχιστον υποστηρίζει ο Φρόϊντ. Από εκεί και πέρα εξαρτάται πόσο «δουλεμένοι» είμαστε σαν χαρακτήρες και προσωπικότητες, πόσο ανοιχτοί είμαστε σε νέες εμπειρίες, πόσο τολμηροί είμαστε σε ευτυχείς επιλογές που απαιτούν συναισθηματική δέσμευση. Δεν είναι μία η απάντηση στο ερώτημά σας. Ωστόσο, πάντα εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, που είναι μοναδική.  

Ποιος από τους ήρωες του βιβλίου και για ποιους λόγους, ήταν ενδεχομένως πιο δύσκολος στον χειρισμό του και ποιος ήταν ευκολότερος; Πιο προβλέψιμος;

Ίσως, ο πιο δύσκολος για μένα να ήταν ο Αποστόλης, ο «κακός» του βιβλίου, στο πετσί του οποίου δεν μπορώ να μπω. Έχω γνωρίσει αρκετούς ανθρώπους σαν αυτόν, όμως δεν τους καταλαβαίνω, οπότε απλά τον περιέγραψα, δεν τον ένιωσα όμως. Ο πιο εύκολος για μένα ήταν σίγουρα ο κύριος Μ. Και ο πιο προβλέψιμος … Προβλέψιμος ως προς τι … ίσως η κυρία Αλεξάνδρα, αν εννοείτε ότι τελικά έπραξε στη ζωή της αυτό για το οποίο ήταν προορισμένη. 

Πολλές φορές αφηνόμαστε όπως και η Μάγδα, η οποία βίωσε μια εξαιρετικά επώδυνη σχέση. Άλλες πάλι, προσπαθούμε δίχως επιτυχία να ξαναχτίσουμε, να διασώσουμε, να  επανακολλήσουμε τα κομμάτια  μιας ευτυχίας που ίσως, δεν υπήρξε ποτέ. Αναλωνόμαστε λοιπόν σε ένα αγώνα δίχως νόημα και τέλος. Τι είναι αυτό που  μας κρατά από το να  κάνουμε το επόμενο βήμα, που ενδεχομένως θα μας χαρίσει επιτέλους την ευτυχία που τόσο ψάχνουμε; Αλλάζει ο άνθρωπος;

Όχι, πιστεύω πως ο πυρήνας του ανθρώπου, το δομικό υλικό του δεν αλλάζει. Ακόμη και μετά από μια πολύχρονη ψυχανάλυση. Αυτό που ίσως αλλάζει, και αυτό είναι θέμα ικανότητας και γνώσης, είναι η οπτική γωνία και η διαχείριση του εαυτού και των καταστάσεων. Λίγοι άνθρωποι το καταφέρνουν.

Συνήθως,  εξιδανικεύουμε την εικόνα που έχουμε πλάσει για ένα φίλο η ένα σύντροφο και όταν εκείνος δεν ανταποκρίνεται σε αυτή, τότε αυτό μας λυπεί. Αυτό έχει να κάνει με εμάς, ή με του άλλους;

Αυτό είναι ο έρωτας, τα «ροζ γυαλιά» που λέμε… Όσο για την εξιδανίκευση, είναι μια ψυχική λειτουργία που σε βοηθά να αντιμετωπίζεις τη σκληρή πραγματικότητα. Όταν ξεπερνά τα όρια, τότε γίνεται παθολογική. Αν βοηθά ή δε βοηθά στις σχέσεις, δεν ξέρω να σας πω. Είναι όμορφο να θαυμάζεις κάποιον και να τον τοποθετείς ψηλά μέσα σου. Όχι όμως και να τυφλώνεσαι, εκεί έχεις θέμα. 

Ένας ερευνητής κατά τη διάρκεια της έρευνας, «συζητά» με τις πηγές. Προσπαθεί να συνδέσει κομμάτια, να κατανοήσει αποφάσεις, να δει από άλλη πλευρά την αλήθεια, να δικαιολογήσει συμπεριφορές, να φέρει στο φως αυτά που κρύβονταν χρόνια. «Συζητήσατε» με κάποιον από τους ήρωες; Αν ναι, τι αποκομίσατε από αυτή τη συνάντηση;

Γενικά μ αρέσει να συζητάω με τους ανθρώπους, να τους ακούω και να τους νιώθω, ακόμη και αν δεν τους καταλαβαίνω πάντα. Ναι, τη Μάγδα θα την είχα «αναλυόμενη», ως ψυχοθεραπεύτρια, το Δημήτρη Αγαπάκη φίλο μου ίσως… Αν έχω συζητήσει με τον κύριο Μ, σίγουρα  το έχω κάνει επειδή είναι κομμάτι του εαυτού μου… Και τι έχω αποκομίσει… Μια βαθιά συμφιλίωση μαζί του. Παρά το γεγονός ότι αν ξαναγινόμουν 24 ετών και είχα τη σημερινή γνώση, δε θα ακολουθούσα ξανά τα βήματά του.

Ως θεατές βλέπουμε πάντα την κορυφή του παγόβουνου. Βλέπουμε τα λαμπερά φώτα, τα μακιγιαρισμένα και χαμογελαστά πρόσωπα, τα μοντέρνα ρούχα, ακούμε για υψηλούς μισθούς, υπέροχες εργασιακές σχέσεις και χλιδάτη ζωή. Είναι όμως έτσι τα πράματα; Τι κρύβεται πίσω από τα χρωματιστά και λαμπερά φώτα; Πόσο εύκολη είναι η ζωή ενός δημοσιογράφου;

Καταρχήν στις μέρες μας δεν υπάρχει χλιδάτη ζωή, ούτε υψηλοί μισθοί. Αλλά και τότε που υπήρχε, η ζωή ενός δημοσιογράφου είναι εξαιρετικά ιδιόρρυθμη. Δεν έχει ωράριο, ακόμη και το ρεπό , ή οι διακοπές μπορεί να χαλάσουν σε μια στιγμή εξαιτίας ενός μεγάλου γεγονότος. Δεν είναι εύκολη ζωή, και αν δε ζεις μέσα στο μικρόκοσμο του δημοσιογράφου, δηλαδή οι σχέσεις σου, φιλικές και προσωπικές  να είναι «του χώρου», που λέμε, τότε δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν, γιατί δεν πρόκειται να σε καταλάβουν, ούτε όταν έχεις μοντάζ όλη νύχτα, ούτε όταν πρέπει να φύγεις από την παρέα ξαφνικά για να τρέξεις στην άλλη άκρη της γης, ούτε όταν έχεις βάρδιες ατελείωτες…

Μέσα από τη μακρά πείρα σας λοιπόν, ως δημοσιογράφος έχοντας καθημερινή επαφή με τα μέσα που απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες και, ζώντας σε μια κοινωνία στην οποία  η  χρήση του διαδικτυού, των κοινωνικών δικτύων είναι καθημερινή, τι θα μας συμβουλεύατε αν ρωτούσα πως  θα διαφυλάξουμε την ψυχική μας υγεία και πως θα στερέψουμε ξανά τα παιδιά προς το βιβλίο;

Το έχω ξαναπεί, καταρχήν κλείστε τις τηλεοράσεις. Τα κινητά είναι πιο δύσκολο, ωστόσο ο ήχος της τηλεόρασης, αυτές οι δραματικές φωνές των ειδήσεων με τη μουσική γκραν γκινιόλ καθυποβάλουν τον μέσο άνθρωπο ότι έχει έρθει η συντέλεια του κόσμου, ότι από στιγμή σε στιγμή ετοιμάσου να πεθάνεις κι εσύ… Πιστεύω ότι η τηλεόραση και η σύγχρονη τεχνολογία, αλλά περισσότερο η τηλεόραση έτσι όπως κατάντησε, συμβάλουν στην αύξηση της απόγνωσης και της κατάθλιψης των ανθρώπων. Όσο για τα παιδιά, θα κάνουν ό,τι και οι γονείς. Μαθαίνουν μόνο με το παράδειγμα. Αν μια μάνα δεν έχει ανοίξει στη ζωή της βιβλίο, όσο και να προτρέπει   το παιδί της, «διάβασε», δεν πρόκειται να το κάνει. 

Υπάρχει κατά τη γνώμη σας στις μέρες μας «αθώος αντί φεμινισμός», «αθώος μισογυνισμός»,  ο οποίος συντηρείται από θεσμούς, ΜΜΕ, φορείς, βιβλία, τραγούδια ,κινηματογραφικές ταινίες, διαφημίσεις κτλ, ο οποίος, δεν είναι ορατός με την πρώτη ματιά; Αν ναι, τι είδους ανάγκες εξυπηρετεί κάτι τέτοιο και υφίσταται ακόμη;

Μισογυνισμός; Εγώ λοιπόν πιστεύω το αντίθετο. Όλα όσα αναφέρετε συμβάλουν πλέον στο να μισήσουμε το ανδρικό φύλο, έτσι όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Ξέρω άντρες, ακόμη και νέους εφήβους που διστάζουν να φλερτάρουν ανοιχτά μια γυναίκα από τρόμο μήπως τους θεωρήσουν σεξιστές, βιαστές και δεν ξέρω τι άλλο. Γενικά όμως, συνομιλείτε με μια γυναίκα που δεν υπήρξε ποτέ φεμινίστρια, που πήγαινε καφέ στον άντρα της το πρωί και δεν απαιτούσε ισονομία στο νοικοκυριό, που της αρέσει να πλένει πιάτα και να μαγειρεύει για την οικογένεια. Οπότε, πιθανότατα δυσκολεύομαι να ακολουθήσω όλον αυτό το συλλογισμό. Επίσης, συχαίνομαι και τις ταμπέλες, φεμινισμός, αντι – φεμινισμός κλπ.

Η ελληνική τραγωδία όπως και η μυθοπλασία είναι γεμάτες από παραβάσεις του πεπρωμένου. Πιστεύετε στη μοίρα; Ποιο ή τι είναι αυτό  που ενδεχομένως μπορεί να καθορίσει τη ζωή μας;

Ακόμη και αν υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη μοίρα, ή πεπρωμένο, κάτι το οποίο ποτέ δεν αποδείχθηκε, τις τελικές αποφάσεις τις παίρνει ο εαυτός, το Εγώ, αν θα την ακολουθήσει, ή αν θα κάνει «επανάσταση». Για μένα, πάνω απ όλα υπάρχει η Γνώση. Είναι το μοναδικό όπλο του ανθρώπου, που του δίνει τη δύναμη να αλλάξει το πεπρωμένο του, αν θέλει. Και όταν λέμε Γνώση, εννοούμε γνώση του εαυτού, της οικογενειακής πραγματικότητας, των γεγονότων που διαγενεαλογικά έχουν προηγηθεί, και επίσης Γνώση του τι συμβαίνει  εκεί έξω, στον υπόλοιπο κόσμο, τι δυνατότητες υπάρχουν πέρα από τα στενά πλαίσια μιας οικογένειας ή μιας χώρας. Η Γνώση είναι το μοναδικό όπλο και εργαλείο για μια καλή ζωή πιστεύω. 

Δημιουργεί η λογοτεχνία στερεοτυπικούς ήρωες στην προσπάθεια της, να αφηγηθεί μια πλοκή;

Εξαρτάται από το συγγραφέα, τι θέλει να δημιουργήσει και σε ποιο πράγμα επιθυμεί να αναφερθεί κατά την αφήγησή του.

Στις ρίζες του δυτικού πολιτισμού βρίσκεται η σύγκρουση φωνής και γραφής. Από τη δύναμη του μυθικού Ορφέα, που στον ήχο της φωνή του υποκλίνονταν δέντρα, ζώα και αντικείμενα, δημιουργήθηκαν θρησκείες λατρείες κτλ. Ακόμη και σήμερα θεωρούμε πως η δύναμη της φωνής μπορεί να επαναφέρει τα πνεύματα των ανθρώπων από άλλους κόσμους. Θεωρείτε πως η γραφή έχει ανάλογη δύναμη; Έχει ανάλογη δύναμη η λογοτεχνία; Έχει την ικανότητα να αλλάζει, να ανατρέπει, να διαμορφώνει, να μετουσιώνει τους αναγνώστες; Θα έπρεπε να το επιδιώκει;

Η γραφή όπως και η λογοτεχνία είναι για τους λιγότερους δυστυχώς. Γιατί απαιτεί μεγαλύτερο κόπο, απαιτεί διάβασμα, απαιτεί μόρφωση. Η φωνή είναι για τους πολλούς, που δε θα μοχθήσουν πάνω στο χαρτί, ή τον υπολογιστή. Και τα δύο όμως έχουν τεράστια δύναμη. Όσο για την τελευταία ερώτησή σας, θα σας ρωτούσα με τη σειρά μου αν έχετε πολλά «πρέπει». Τίποτα δεν «πρέπει», εφόσον μιλάμε για ελευθερία του λόγου. Επαναλαμβάνω, οι συγγραφείς δεν είμαστε κατηχητικό, ούτε ιεραπόστολοι. Δεν είναι η λογοτεχνία που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Είναι η προσπάθεια να μάθεις κάτι, να κοιτάξεις πέρα από το προφανές, να αναζητήσεις το γιατί και το διότι. Να ασχοληθείς γενικότερα.

Για ποιους λόγους το κοινό αγαπά τη λογοτεχνία; Βρίσκει ενδεχομένως κάτι που δε βρίσκει στην πραγματική ζωή;

Είστε σίγουρος ότι την αγαπά; Αν την αγαπούσε, θα ήταν άλλο το μέγεθος του αναγνωστικού κοινού. Για όσους την αγαπούν παρ όλα αυτά, ναι η λογοτεχνία σε βοηθά να ταξιδεύεις σε μέρη που δεν θα πας ποτέ, να γνωρίζεις φανταστικούς ή αληθινούς ήρωες με τους οποίους δε θα συναντηθείς ποτέ από κοντά. Αν αυτό είναι ένα ζητούμενό σου στη ζωή, τότε αγαπάς τη λογοτεχνία.

Μιας και η νέα σας ιδιότητα είναι ψυχαναλυτική θεραπεύτρια, θα έπρεπε να ενταχθεί το αντικείμενο της ψυχοθεραπείας με κάποια μορφή στη δημόσια εκπαίδευση; Να έχουν τη δυνατότητα  τα παιδιά μας, να αποδεχθούν τον ψυχαναλυτή ως πρόσωπο οικείο, ως κάτι αναγκαίο και συνηθισμένο και όχι ως ταμπού; Να εκπαιδευτούν ώστε να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα,  την ταυτότητα, τα θέλω και τις ικανότητες τους, να έχουν όλα τα όπλα ώστε όχι μόνο να αποφοιτούν ως έτοιμοι προς εργασία, αλλά έτοιμοι για μια πλούσια ζωή ως ευτυχισμένοι και ολοκληρωμένοι άνθρωποι; Θα προσέθετε το παραπάνω, θετικά στη γενικότερη  πορεία της κοινωνίας-του κράτους;

Νομίζω ότι τελικά η κοινωνία αυτορρυθμίζεται κι έτσι αυτό που περιγράφετε και το οποίο ναι, πιστεύω ότι θα ήταν χρήσιμο, γίνεται από μόνο του, όσο αυξάνει η παράνοια και ο παραλογισμός του σύγχρονου πολιτισμού, που φέρνει το σημερινό άνθρωπο σε συναισθηματικά αδιέξοδα. Έτσι ο θεραπευτής γίνεται πλέον αναπόφευκτα ένας από τους συνομιλητές στη ζωή του, αποκτά ρόλο όπως ο γονιός, ο φίλος, ο δάσκαλος. Και για να μην παρεξηγηθώ, από επαγγελματίες του χώρου, που θα είχαν σίγουρα πολλά περισσότερα να πουν για το θέμα, δεν έχω αποκτήσει ακόμη την επαγγελματική ιδιότητα της ψυχαναλυτικής θεραπεύτριας, είμαι στο στάδιο της εκπαίδευσης.  

Τι διαβάζετε συνήθως;

Ξένη λογοτεχνία. Η αλήθεια είναι ότι προτιμώ τους ξένους από τους Έλληνες. Επειδή τα ταξίδια τους είναι πιο μακρινά, πιο απελευθερωμένα, πιο αυθόρμητα, χωρίς «πρέπει» και θεματολογικούς περιορισμούς.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Το επόμενο μυθιστόρημά μου, το οποίο τώρα ξεκινά, θεματολογικά αλλά και ως τρόπος αφήγησης θα είναι εντελώς διαφορετικό απ όλα τα προηγούμενα. Πιστεύω ότι θα είναι το πιο φιλόδοξο εγχείρημά μου μέχρι σήμερα.

 
 
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα