Γράφει: Λεύκη Σαραντινού
Η Μαρία Ξυλούρη έχει γράψει τα μυθιστορήματα Rewind (2009), Πώς τελειώνει ο κόσμος (2012, Athens Prize for Literature 2013) και Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου (2015), τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καλέντη, και τη συλλογή διηγημάτων Πέτρινα πλοία (Μεταίχμιο, 2021). Πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι η νουβέλα Υφάντρα (Μεταίχμιο, 2026). Έχει μεταφράσει David Mitchell, Hanya Yanagihara και Paul Auster.
Τη συναντήσαμε στο Bookia και μας μίλησε για το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Υφάντρα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ.

Είναι η «Υφάντρα» ένα βιβλίο γραμμένο από γυναίκα για γυναίκες; Ποια ήταν η αφορμή για τη συγγραφή του και τι θέλετε να περάσετε με το βιβλίο αυτό στους αναγνώστες σας;
Δεν γράφω ξεκινώντας από το θέμα, δεν γράφω επειδή «θέλω να πω»· μάλλον γράφω επειδή «θέλω να δω»· και θέλω να ελπίζω ότι τα βιβλία μου είναι πρόσκληση σε συνομιλία και όχι σε διάλεξη. Συνήθως ξεκινώ από μια φράση, μια εικόνα, μια ιδέα, προσπαθώντας να δω αν υπάρχει μια ιστορία εκεί και πού οδηγεί. Αντίστοιχα δεν γράφω έχοντας συγκεκριμένη αναγνωστική κατηγορία κατά νου. Κάθε βιβλίο μοιάζει κάπως με μποτίλια στο πέλαγος· δεν ξέρεις ποιος θα τη βρει –αν τη βρει και κανείς– και τι θα την κάνει.
Την Υφάντρα ξεκίνησα να τη γράφω σε μια προσπάθεια διερεύνησης της οικογενειακής ιστορίας ενός άλλου μου ήρωα, οπότε υπήρχαν ήδη στημένες ράγες – για παράδειγμα, το ότι η γεωγραφία της είναι ιταλική (μια μυθοποιημένη, ωστόσο, Ιταλία), εξού και τα ονόματα των ηρώων (Μπιάνκα, Άλντο κ.λπ.), αν και ηθελημένα τύλιξα τον τόπο (και τον χρόνο) με μια κάποια ασάφεια για να διατηρηθεί η αίσθηση μιας ιστορίας χαμένης στο παρελθόν και η ατμόσφαιρα του παραμυθιού.
Γιατί πιστεύετε πως οι γυναίκες ταυτίστηκαν με τον αργαλειό περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στο διάβα των αιώνων;
Δεν ξέρω αν πράγματι έχουν ταυτιστεί με τον αργαλειό περισσότερο από οτιδήποτε άλλο – εξίσου εύκολα κάποιος θα έλεγε ότι έχουν ταυτιστεί με τη σκούπα, με τη σκάφη, με τη βρεφική κούνια, με τις βελόνες πλεξίματος. Ωστόσο όταν σκεφτόμαστε τον αργαλειό σκεφτόμαστε, συνήθως, να τον χειρίζεται υφάντρα, παρά υφαντής, αν και υπάρχουν υφαντικές παραδόσεις στις οποίες εμπλέκονται και οι άντρες (μου έρχεται στο μυαλό το περίφημο Harris tweed, για παράδειγμα, ή οι υφαντικές συντεχνίες που απέκλειαν τις γυναίκες). Με απασχολούν, ωστόσο, όλες αυτές οι τέχνες που κάπως υποτιμητικά έχουν μπει στην κατηγορία «γυναικείες ασχολίες» –η υφαντική, το πλέξιμο, το κέντημα κ.λπ.–, και το πώς μπορεί να είναι ταυτόχρονα φυλακές και καταφύγια. Και με απασχολεί η σύνδεση της υφαντικής με τη συγγραφή, και προφανώς η σύνδεσή της, σε πολλές μυθολογίες, με τη μοίρα.
«Η τύχη των ανθρώπων σπανίως έχει να κάνει με την αξία τους» γράφετε στο βιβλίο σας. Πιστεύετε, λοιπόν, στη Μοίρα και στη Θεά Τύχη των αρχαίων ή θεωρείτε ότι ο άνθρωπος μόνος του φτιάχνει τη μοίρα και το πεπρωμένο του;
Ο κόσμος της νουβέλας αδιαφορεί για τις δικές μας ηθικές κρίσεις και τις προσπάθειές μας· ακόμα και οι υφάντρες που προσπαθούν να τον ορίσουν με τα νήματά τους δεν τον ελέγχουν εξολοκλήρου και το κίνητρό τους δεν είναι η δικαιοσύνη. Εδώ λοιπόν δεν χωράνε διαβεβαιώσεις ότι κάποιος θα βρει μπροστά του το καλό ή το κακό που έκανε, εφόσον αυτός ο κόσμος δεν λειτουργεί με βάση το σωστό και το λάθος, το δίκαιο και το άδικο – και άρα μάλλον δεν απέχει πολύ από τον δικό μας. Ένας λόγος που καταφεύγουμε, εξάλλου, στις θρησκείες –και στη λογοτεχνία–, είναι για να απαλύνουμε αυτή την αδιαφορία του κόσμου για εμάς, για να δώσουμε σχήμα στο χάος και νόημα στο ακατανόητο.
Καθένας μας κινείται μέσα στις συνθήκες του, τις οποίες δεν μπορεί πάντοτε να υπερβεί· στο κείμενο, για παράδειγμα, αντιπαραβάλλεται η ευκολία με την οποία αρχίζει μια νέα ζωή σε ξένο τόπο ο κύριος Τέιλορ μετά τον χωρισμό του με τη δυσκολία της Μπιάνκας όχι απλώς να αρχίσει, αλλά να διανοηθεί, μια άλλη ζωή για την ίδια. Δεν είναι ότι στον ένα αξίζει αυτή η ευκολία ενώ στην άλλη όχι: ο ένας έτυχε να γεννηθεί πλούσιος κύριος Τέιλορ, και η άλλη έτυχε να γεννηθεί μια απλή Μπιάνκα.
Η Μπιάνκα, η υφάντρα, έχει έναν κακοποιητικό σύζυγο. Γιατί αργεί τόσο πολύ να φύγει από κοντά του; Τι είναι αυτό που την κρατάει πίσω και διστάζει να αποφασίσει τη φυγή της;
Το γιατί μένει η Μπιάνκα όσο μένει με τον άντρα της είναι νομίζω ξεκάθαρο στο βιβλίο· και είναι, εσκεμμένα, μια ερώτηση που δεν της γίνεται όταν τελικά βρίσκει καταφύγιο: είναι πια ανάμεσα σε ανθρώπους που την πιστεύουν και δεν τη φορτώνουν με βάρη που δεν της αναλογούν. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα έχει το ερώτημα «Ο άντρας της γιατί τα κάνει αυτά και δεν την αφήνει;»· ή επίσης, αν επιμένετε να μείνουμε στην Μπιάνκα, το ερώτημα τι την κρατάει στο κτήμα όταν πια βρίσκεται εκτός του κακοποιητικού περιβάλλοντος και θεωρητικά τουλάχιστον έχει ένα μεγαλύτερο εύρος επιλογών.
Η Μπιάνκα, η ηρωίδα του βιβλίου σας, δεν δείχνει τελικά συγχώρεση στον δυνάστη της σε μία συγκλονιστική σκηνή που έχετε γράψει στο τέλος του βιβλίου, και αποφασίζει, αντιθέτως, να τιμωρήσει τον πρώην δυνάστη της. Θεωρείτε πως σε τέτοιες περιπτώσεις κακοποίησης δεν υπάρχει περιθώριο συγχώρεσης από την πλευρά του αδικημένου ή ότι δεν πρέπει να υπάρχει;
Συχνά αντιμετωπίζουμε τη συγχώρεση ως κάτι που πρέπει το θύμα να προσφέρει (αν μη τι άλλο για να λυτρωθεί το ίδιο), χωρίς να εξετάζουμε την πλευρά του θύτη: έχει κατανοήσει την επίπτωση των πράξεών του, έχει αναλάβει την ευθύνη τους, έχει κάνει οποιοδήποτε βήμα για να αξίζει αυτή τη συγχώρεση; Ο σύζυγος της Μπιάνκας, όταν του δίνεται ο λόγος, κατηγορεί την ίδια την Μπιάνκα για την κακομεταχείριση που της επιφύλαξε, και δεν ζητάει καν συγγνώμη: γιατί λοιπόν να συγχωρεθεί;
Ένα βασικό ερώτημα λοιπόν που είχα στο μυαλό μου ήταν αν έχει νόημα η συγχώρεση χωρίς λογοδοσία. Οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες μπορούν να αποφασίσουν για τον εαυτό τους αν υπάρχει περιθώριο συγχώρεσης· τα θύματα, επίσης, θα πρέπει να μπορούν να αποφασίσουν για τον εαυτό τους· όσο για την Μπιάνκα, μια από τις καλοσύνες που της γίνονται είναι ακριβώς ότι κανένας δεν την προτρέπει να συγχωρήσει.
Στο βιβλίο σας περιγράφετε πολύ όμορφα τη φύση, καθώς και την επίδραση που αυτή έχει στον ψυχισμό της ηρωίδας σας. Ποια είναι η δική σας σχέση με τη φύση; Αντλείτε από αυτήν έμπνευση για τα έργα σας;
Κανένας μας δεν είναι αποκομμένος από το περιβάλλον του, και θέλω οι ήρωές μου να βρίσκονται μέσα στο τοπίο τους, είτε πρόκειται για τοπίο γεμάτο δέντρα είτε πρόκειται για τοπίο γεμάτο τσιμέντο.
Στο βιβλίο σας ταυτίζετε την Μπιάνκα την Υφάντρα, την πρωταγωνίστρια του βιβλίου σας, με το πουλί Υφάντρα. Βρίσκετε να υπάρχει άλλη σχέση ανάμεσα στα πουλιά και τις γυναίκες;
Το πουλί υφάντρα πολύ συνειδητά δεν αναφέρεται ούτε μία φορά στο βιβλίο ούτε ταυτίζεται η Μπιάνκα ή άλλη ηρωίδα με αυτό. Κι αυτό γιατί, παρά το θηλυκό της ονομασίας, είναι τα αρσενικά που «υφαίνουν» τη φωλιά για να προσελκύσουν τα θηλυκά – εξ όσων γνωρίζω τουλάχιστον. Για τον ίδιο λόγο, όταν δουλεύαμε το εξώφυλλο, παρότι είναι πολύ εντυπωσιακή η εικόνα του πουλιού όπως υφαίνει τη φωλιά του, επιλέξαμε παγώνι (που παραπέμπει εξάλλου και στην ταπισερί της Μπιάνκας όπως περιγράφεται στη νουβέλα) αντί υφάντρας. Ούτε συνδέω τον κόσμο των πουλιών με τις γυναίκες μόνο. Θυμίζω τον Αδαμάντιο Ραγκούδη στη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου, ο οποίος ταυτιζόταν με τον αετομάχο ενώ η «θεραπεύτριά» του παρουσιαζόταν ως γυναίκα-καρακάξα. (Μου αρέσουν πολύ τα κορακοειδή, προφανώς, που εκτός από πανέξυπνα, κρατάνε και κακίες: θα είχαν κι αυτά ίσως να πουν πολλά περί συγχώρεσης).
Σας ευχαριστώ θερμά!

























Πρόσκληση φίλων