Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
 

Το Bookia αναζητά μόνιμους συνεργάτες σε κάθε πόλη τής χώρας για την ανάδειξη τής τοπικής δραστηριότητας σχετικά με το βιβλίο.

Γίνε συνεργάτης τού Bookia στη δημοσίευση...

- Ρεπορτάζ.
- Ειδήσεις.
- Αρθρογραφία.
- Κριτικές.
- Προτάσεις.

Επικοινωνήστε με το Bookia για τις λεπτομέρειες.
Κάτια Μαυρίδη, μιλάει στην Λεύκη Σαραντινού για το "Ο πόνος των Θεών"
Διαφ.

Γράφει: Λεύκη Σαραντινού

Η Κάτια Μαυρίδη γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα, όπου και µεγάλωσε. Ακολούθησε σπουδές τόσο στην Ιστορία όσο και στα Οικονοµικά, όπου διακρίθηκε και αρίστευσε. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στον χώρο των οπτικοακουστικών µέσων και της  διαφήµισης, ενώ παράλληλα συνεχίζει τις ιστορικές σπουδές της σε ανώτατο επίπεδο. Ζει µόνιµα στο Χαλάνδρι µε τον άντρα της και την κόρη τους. Άρχισε να γράφει από µικρή ηλικία και έλαβε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισµό διηγήµατος σε ηλικία δέκα ετών.

Μια τυχαία επίσκεψη στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή της Κορινθίας την ώθησε στη συγγραφή του  ιστορικού µυθιστορήµατος "Το Μυστικό του Μοναστηριού", το οποίο βασίστηκε όχι µόνο σε συνεντεύξεις αυτοπτών  µαρτύρων, αλλά είναι και αποτέλεσµα ενδελεχούς ιστορικής έρευνας. Σε αυτό διακρίνεται επίσης η τεράστια αγάπη που  τρέφει για τον τόπο καταγωγής της, την Αχαΐα. Το «Μυστικό του Μοναστηριού» αποτελεί το πρώτο µιας σειράς  µυθιστορηµάτων µε ανάλογο περιεχόµενο, εµπνευσµένο από την Κατοχή και τον Εµφύλιο Πόλεµο. Εδώ θα μιλήσουμε, όμως, για το δεύτερο συγγραφικό εγχείρημα της Κάτιας, το μυθιστόρημα με τίτλο «Ο πόνος των Θεών», ένα μυθιστόρημα του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια. Με αφορμή την έκδοσή του, μιλάμε εδώ για την Ιστορία εκείνης της μακρινής εποχής, αλλά και για το ίδιο το βιβλίο.

Η υπόθεση του μυθιστορήματός σας εκτυλίσσεται σε μία εξαιρετικά ταραγμένη εποχή, στον τέταρτο  μεταχριστιανικό αιώνα, τότε που συνυπήρχαν παράλληλα δύο θρησκείες, τόσο ο παγανισμός, όσο και ο  χριστιανισμός, με τη δεύτερη να κερδίζει σταδιακά έδαφος έναντι της πρώτης. Τι σας γοήτευσε σε αυτή την εποχή  και σας ώθησε στη συγγραφή του μυθιστορήματός σας «Ο πόνος των Θεών»; 

Mε γοήτευσε ο μεταβατικός χαρακτήρας της περιόδου, οι ανατροπές και οι συνεχείς εναλλαγές της. Όσα  αποτελούσαν βεβαιότητες μερικά χρόνια πριν, όπως η πίστη των ανθρώπων στους θεούς και στην πανίσχυρη  ρωμαϊκή εξουσία -την ισχυρότερη εξουσία στην οικουμένη που οι πολίτες της πίστευαν ότι θα διατηρούνταν αιώνια ξεκίνησαν να απειλούνται σοβαρά από δυνάμεις έως τότε περιθωριακές. Mεταξύ των τελευταίων εξέχουσα θέση  κατείχαν ο αναδυόμενος χριστιανισμός και η απειλή των γερμανικών φυλών, τις οποίες οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες  τόσο πολύ περιφρονούσαν. Αυτές οι τεκτονικές αλλαγές άφησαν, φυσικά, τα ισχυρά τους ίχνη στην καθημερινή ζωή  και τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι άνθρωποι του 4ου αι. μ.Χ. ζούσαν ουσιαστικά σε μια κατάσταση αγωνίας που  τους όπλιζε με τη θέληση να περισώσουν ό,τι πίστευαν πως άξιζε να σωθεί από το παρελθόν. Παράλληλα, διακατέχονταν συχνά από την τάση της συνεχούς αμφισβήτησης αλλά και από συναισθήματα εξέγερσης, καθώς  οτιδήποτε ‘’παλιό’’ μπορούσε να καταρριφθεί από το βάθρο του από τη μια μέρα στην άλλη.  

Ο περισσότερος κόσμος πιστεύει-εντελώς λανθασμένα- ότι στις αρχές του τέταρτου αιώνα οι χριστιανοί ήταν  πλειοψηφία στα εδάφη της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντινής). Κι όμως, τα πολυάριθμα  διατάγματα του Ιουστιανού τον έκτο αιώνα δείχνουν ότι οι παγανιστές ήταν ακόμη και τότε αρκετά πολυάριθμοι. Γιατί υπάρχει αυτή η παρανόηση; 

Αυτή η αντίληψη επικρατεί με βάση το αποτέλεσμα το οποίο έλαβε τελικά χώρα. Είναι φυσικό να σκεφτεί κανείς πως  αφού στο τέλος επικράτησε ο χριστιανισμός ολοκληρωτικά αυτό συντελέστηκε εύκολα και άμεσα. Με τον όρο  ‘’επικράτησε’’ εννοούμε ότι κατέστη η επίσημη θρησκεία της τότε κοσμοκράτειρας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (αλλά και της Δυτικής), εξοβελίζοντας οριστικά με το όπλο των διώξεων τις υπόλοιπες θρησκείες,  όπως την ειδωλολατρία, ή περιθωριοποιώντας τες όπως τον ιουδαϊσμό. Ωστόσο, αυτή η σαρωτική νίκη δεν έλαβε  χώρα ούτε εύκολα, ούτε άμεσα και, δυστυχώς, ούτε αναίμακτα. Η νομοθεσία του Ιουστινιανού δείχνει πως δύο  αιώνες μετά την εποχή που διαδραματίζεται το βιβλίο, τον 6ο αι. μ.Χ. οι παγανιστές συνεχίζουν να είναι αρκετοί και  ο ‘’υπερευσεβής’’ αυτοκράτορας νιώθει την εσωτερική ορμή να τους φέρει στον ίσιο χριστιανικό δρόμο με πολύ  βαριές ποινές, ακόμα και με θάνατο. 

Θεωρείται ότι η τελική νίκη του χριστιανισμού επί της παγανιστικής αρχαίας θρησκείας ήταν ολοκληρωτική ή, εν  τέλει, είμαστε και οι ίδιοι σήμερα εν μέρει παγανιστές δίχως όμως να το γνωρίζουμε και να το παραδεχόμαστε  ανοιχτά; Γιατί η ήττα της ειδωλολατρίας δεν ήταν τελικά καθόλου εύκολη; 

Είμαστε τόσο χριστιανοί όσο και παγανιστές χάρη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (εξέλιξη της Ανατολικής Ρωμαϊκής  αυτοκρατορίας), που κάποιοι τη σημασία της μειώνουν χωρίς να κάνουν τον κόπο να τη μελετήσουν καν. Στους  μετέπειτα βυζαντινούς αιώνες, λοιπόν, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες πνευματικών ανθρώπων σε μοναστήρια και  πνευματικά ιδρύματα διασώθηκε η ελληνική παράδοση, σε μια προσπάθεια συνδιαλλαγής μάλιστα και όχι πια  πολεμικής με τη χριστιανική, γεγονός που επηρέασε βαθιά το δυτικό πολιτισμό. Η νίκη της ειδωλολατρίας δεν ήταν  καθόλου εύκολη γιατί ώσπου να συντελεστεί, διαμέσου των αιώνων, αυτή η ώσμωση, οι άνθρωποι θεωρούσαν τον  ελληνισμό μια ολότητα στην οποία περιλαμβάνονταν τόσο η ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία όσο και η θρησκεία.  Ήταν, λοιπόν, εξαιρετικά εύκολο κάποιος νεαρός σπουδαστής του 4ου αι.μ.Χ. να γοητευτεί εκτός από τα αρχαία  κείμενα, που θεωρούνταν ήδη αξεπέραστα, και από τις λατρείες των παλιών θεών, οι οποίες αποτελούσαν έναν από  τους βασικούς πυλώνες αυτού του μακρινού, θαυμαστού κόσμου. Γι’ αυτό και τη συγκεκριμένη περίοδο διακρίνουμε  ολοκάθαρα και την τόσο αρνητική στάση αρκετών ανθρώπων της εκκλησίας απέναντι στα ελληνικά γράμματα, όπως  του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Αλεξάνδρειας, ακόμα και αν, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, έχουν λάβει και οι  ίδιοι την πατροπαράδοτη κλασική παιδεία. Ευτυχώς αυτή η τάση δεν επικράτησε στη βυζαντινή εκπαίδευση,  οδηγώντας στην πολύ ενδιαφέρουσα πνευματική συνομιλία του ελληνισμού με το χριστιανισμό που ανέφερα πιο πάνω.  

Από την άλλη μεριά ήταν δύσκολο και για ψυχολογικούς λόγους οι άνθρωποι να εγκαταλείψουν έτσι απλά την πίστη  τους στους θεούς -η οποία, ας μην ξεχνάμε, πως κατείχε και την εγκυρότητα της αρχαιότητας που της προσέδιδαν οιτόσοι αιώνες- και να μεταστραφούν στο χριστιανισμό. Ο τελευταίος φάνταζε στα μάτια αρκετών ανθρώπων ως μια  πίστη σχετικά νεόκοπη- αν όχι ‘’νεόκοπη δεισιδαιμονία’’, αν λάβουμε υπόψη καιτην υποτιμητική αυτή προσφώνηση με την οποία τον αποκαλούσαν οι πιο πρώιμοι Ρωμαίοι ιστορικοί. 

Για ποιον λόγο επιλέξατε την Αντιόχεια και όχι την Κωνσταντινούπολη ως την πόλη στην οποία διαδραματίζονται  κατά κύριο λόγο τα γεγονότα του μυθιστορήματός σας; 

Η Κωνσταντινούπολη δημιουργήθηκε κατά τη δεύτερη δεκαετία του 4ου αι.μ.Χ. κυρίως ως χριστιανική πόλη με βάση  τη θέληση του ιδρυτή της αυτοκράτορα Κωνσταντίνου. Αντίθετα η Αντιόχεια, παλιά πρωτεύουσα του ελληνιστικού  βασιλείου των Σελευκιδών, ήταν μια πόλη ήδη αρχαία, που αριθμούσε επτά αιώνες αδιάλειπτης ζωής την εποχή που διαδραματίζεται το βιβλίο. Επίσης, έχει ενδιαφέρον πως σε αυτήν τόσο ο παγανισμός όσο και ο χριστιανισμός  διατηρούσαν ισχυρά ερείσματα κατά τον 4ο αι. μ.Χ. Στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο η Αντιόχεια συνέχισε να ακμάζει  πολιτιστικά, ακολουθώντας την παράδοση που την ήθελε κέντρο της ελληνικής φιλοσοφίας και ρητορικής. Συνάμα αποτελούσε και μια πόλη με μεγάλη χριστιανική ιστορία. Εκεί μάλιστα οι πιστοί του Ιησού, την εποχή του Αποστόλου  Παύλου, αποκάλεσαν τους εαυτούς τους για πρώτη φορά χριστιανούς. Η ισχυρή εκκλησία της, λοιπόν, είχε  αποστολική προέλευση και οι χριστιανοί της ήταν εξαιρετικά πολυάριθμοι κατά τον 4ο αι. μ.Χ. Από την άλλη μεριά  όμως πολυάριθμοι παρέμεναν στην Αντιόχεια και οι πιστοί των παλιών θεών. Αυτό αποτελούσε νομίζω και το  καταλληλότερο σκηνικό για το μήνυμα της συνύπαρξης και της συμφιλίωσης που επιθυμούσα να περάσω μέσα απ’ αυτό το βιβλίο. 

Επιπλέον, κάτι ακόμα που με προκάλεσε να τοποθετήσω τη δράση του μυθιστορήματος στη σπουδαία αυτή πόλη  ήταν και η ιδιαίτερη φήμη της συνδυασμένη όμως με συγκεκριμένα περιστατικά από την ιστορία της. Τα περιστατικά  αυτά έφερναν πάντοτε στη μνήμη μου την κακοδαιμονία η οποία, δυστυχώς, θεωρώ πως στοιχειώνει μετά από  τόσους αιώνες και τη δική μας πολιτική ζωή. Αυτό για το οποίο φημίζονταν -στην ουσία κατηγορούνταν- οι Αντιοχείς του 4ου αι.μ.Χ. τόσο από τον αυτοκράτορα Ιουλιανό όσο και από άλλους συγχρόνους του ήταν πως ήταν υπερβολικά  τρυφηλοί και με έντονη ροπή προς τις πολυτέλειες και τις διασκεδάσεις. Αν πιστέψουμε την αρχαιολογική σκαπάνη  φαίνεται πως η πρώιμη βυζαντινή Συρία συνέχιζε να γνωρίζει κατά τον 4ο αι.μ.Χ. μια εξαιρετική οικονομική άνθηση.  Όποια πάντως και αν ήταν η αλήθεια για τις συνήθειές τους, οι κάτοικοι της Αντιόχειας φαίνεται πως υπέφεραν από την υπερβολική φορολόγηση και γι’ αυτό, όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ θέλησε να τους αυξήσει τη φορολογία  περισσότερο ακόμα, επαναστάτησαν καταστρέφοντας τ’ αγάλματά του με οργή. Οι στιγμές της τρομερής αγωνίας που βίωσε η πόλη μετά την ‘’Εξέγερση των Ανδριάντων’’, όπως ονομάστηκε, τότε που οι Αντιοχείς περίμεναν πως ο  αλαζόνας αυτοκράτορας θα κατέστρεφε τη λαμπρή πόλη τους για αυτήν της την ασέβειά προς το πρόσωπό του, είναι,  για μένα προσωπικά, ένα από τα ιστορικά περιστατικά που από παιδί με συγκινούσαν. Εκτός αυτού, φρονώ πως  παραμένει και ένα ιστορικό περιστατικό τρομερά επίκαιρο, καθώς προδίδει τον διαχρονικό κυνισμό της κάθε  διεφθαρμένης εξουσίας.  

Οι χαρακτήρες του βιβλίου σας, ο παγανιστής Αριστόμαχος και η χριστιανή Θεοδώρα, παρουσιάζονται αρκετά  μετριοπαθείς σε σχέση με τα πιστεύω τους και την ανοχή απέναντι σε μία διαφορετική από τη δικιά τους θρησκεία. Ο περισσότερος κόσμος εκείνη την εποχή ήταν όμως έτσι, ή ο φανατισμός ήταν ο κανόνας;

Τον 4ο αι. μ.Χ. ήταν ο κανόνας. Αυτό γιατί ο κόσμος παρέμενε ακόμα μοιρασμένος ανάμεσα στα διαφορετικά δόγματα. Έτσι, οι άνθρωποι άλλαζαν πολύ συχνά τις πεποιθήσεις τους μεταπηδώντας από τη μια πίστη στην άλλη και όχι οπωσδήποτε προς το χριστιανισμό. Τον επόμενο αιώνα πια, όταν ο χριστιανισμός θα καταστεί ουσιαστικά όχι  μόνο η κυρίαρχη αλλά και – θα μπορούσαμε να πούμε- η μόνη νόμιμη πίστη για τους κατοίκους της Ανατολικής  Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ο φανατισμός θα πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, αλλοιώνοντας ανεπανόρθωτα τον  πλουραλιστικό χαρακτήρα της ελληνορωμαϊκής πόλης στην οποία ως τότε χωρούσαν ποικίλες λατρευτικές παραδόσεις.  

Για ποιον λόγο πιστεύετε ότι η τεράστια, πραγματικά, καταστροφή μνημείων και κειμένων της αρχαίας ελληνικής  γραμματείας από τους χριστιανούς τείνει να παρουσιάζεται ως αρκετά μικρότερη από ότι ήταν στ’ αλήθεια; Μήπως  επειδή οι χριστιανοί αποδείχτηκαν τελικά νικητές στη διαμάχη αυτή; 

Nαι, ακριβώς αυτή είναι η γνώμη μου. Τα μνημεία και τα κείμενα που μας κληροδότησε ο αρχαίος κόσμος  παραμένουν ακόμα στην κοινή συνείδηση ανυπέρβλητα- και δικαίως! Το γεγονός πως φανατισμένοι χριστιανοί,  ιδιαίτερα μοναχοί, συνέβαλλαν τα μέγιστα στην καταστροφή ναών, αγαλμάτων και κειμένων της αρχαίας  γραμματείας κατά τον 4ο αι.μ.Χ. όπου διαδραματίζεται το βιβλίο, αλλά και αργότερα, είναι κάτι που ορισμένοι θα  επιθυμούν πολύ να ξεχαστεί, καθώς μονάχα κολακευτικό γεγονός δεν θα μπορούσε να αποτελεί για τους πρώτους  αιώνες της χριστιανικής παρουσίας… 

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ουάλης (βασίλεψε από το 364 ως το 378) εξαπέλυσε πράγματι άγριο κυνήγι  μαγισσών κατηγορώντας πλούσιους παγανιστές και χριστιανούς άλλων δογμάτων άδικα προκειμένου να καρπωθεί  την περιουσία τους ή αυτό ήταν λογοτεχνικό εφεύρημα του βιβλίου σας για την εξέλιξη του μύθου;

Και όμως αυτό το ιδιότυπο κυνήγι μαγισσών εξαπολύθηκε πράγματι από τον αυτοκράτορα Ουάλη και δεν αποτελεί  εφεύρημα για χάρη της πλοκής σε καμία πτυχή του. Μια τελετή μαύρης μαγείας, κατά την οποία κάποιοι εύποροι  Αντιοχείς προσπάθησαν να ανακαλύψουν με τη βοήθεια των δαιμόνων το πότε θα πέθαινε ο αυτοκράτορας Ουάλης  καθώς και το ποιος θα τον διαδεχότανε, έγινε αντιληπτή από τον ανέκαθεν καχύποπτο αυτοκράτορα ως φρικτή προδοσία και στάθηκε αφορμή για ανηλεείς διωγμούς αθώων σε ολόκληρη την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.  Ο λατινόφωνος ιστορικός με καταγωγή από την Αντιόχεια Αμμιανός Μαρκελλίνος μας περιγράφει με μεγάλη  ενάργεια τον τρόμο που επικρατούσε κατά τη διάρκεια των διώξεων τόσων ανθρώπων, ιδιαιτέρως πλούσιων και  μορφωμένων παγανιστών. Παρότι η σκοτεινή τελετή αποτέλεσε αναμφίβολα ένα προκάλυμμα για την καταδίωξη  ανθρώπων τους οποίους ο ταπεινής καταγωγής αυτοκράτορας Ουάλης και ο κύκλος του περιφρονούσαν για τη  μόρφωσή τους, εποφθαλμιώντας παράλληλα και τις περιουσίες τους, εντούτοις η ποινικοποίηση της μαγείας αλλά και της αστρολογίας διατηρούσε βαθιές ρίζες στη ρωμαϊκή νομοθεσία. Οι Ρωμαίοι όλων των τάξεων και μετέπειτα  και οι Βυζαντινοί φοβούνταν υπερβολικά τους μάγους και τους αστρολόγους, επειδή προσέδιδαν μεγάλη εγκυρότητα  στις γνώσεις τους, πράγμα που φαντάζει στο σύγχρονο άνθρωπο κυριολεκτικά αστείο.  

Οι χριστιανοί διαφορετικών δογμάτων από εκείνο που πρέσβευε ο αυτοκράτορας -ήταν φανατικός αρειανός κυνηγήθηκαν σε άλλες περιπτώσεις, αλλά όχι τόσο σκληρά και σε τέτοια έκταση, όπως οι σύγχρονοί τους παγανιστές.  

Πιστεύετε ότι αν δεν υπήρχαν χριστιανοί αυτοκράτορες όπως ο Ουάλης και ο Θεοδόσιος, οι οποίοι καταδίκαζαν απερίφραστα τους παγανιστές και ευνοούσαν απροκάλυπτα τους χριστιανούς, θα είχε καταφέρει να επικρατήσει  άραγε ο χριστιανισμός; 

Ο πρώιμος χριστιανισμός έλκυε αναμφίβολα πολύ κόσμο με τη διδασκαλία του για τον Παράδεισο -το πέρασμα από  τον παρόντα κόσμο σε κάτι άγνωστο παραμένει έως σήμερα μια από τις πλέον βαρύνουσες αγωνίες του ανθρώπου.  Παράλληλα και η φιλανθρωπική δράση της εκκλησίας έπαιζε σημαίνοντα ρόλο στη γοητεία που ασκούσε στα πλήθη,  αν αναλογιστούμε μάλιστα και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή. Ωστόσο,  θεωρώ πως ήταν η θέληση των αυτοκρατόρων, εκφρασμένη συχνά μέσω της νομοθεσίας και των επακόλουθων κατασταλτικών μέτρων εναντίον των παγανιστών, που έδωσε το ουσιαστικό προβάδισμα στο χριστιανισμό, συμβάλλοντας περισσότερο από οτιδήποτε στην ολοκληρωτική επικράτηση του. Ιδιαίτερα το νομοθετικό πλαίσιο  από την εποχή του Θεοδοσίου Α’ και έπειτα, το οποίο απαγόρευε στους παγανιστές την είσοδο στην αυτοκρατορική  αυλή, τις δημόσιες υπηρεσίες και το στρατό, στερώντας έτσι από την αριστοκρατία της αυτοκρατορίας το  παραδοσιακό πεδίο δράσης της που ήταν τα ανώτερα αξιώματα, συνέβαλλε τα μέγιστα στη μεταστροφή στο  χριστιανισμό των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτό φυσικά δε σημαίνει πως ικανοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν  να υπερβούν το εμπόδιο της πίστης τους αιώνες μετέπειτα. Ο επιφανέστερος νομομαθής της εποχής του  Ιουστινιανού, ο Τριβωνιανός, θεωρούνταν, για παράδειγμα, παγανιστής από αρκετούς συγχρόνους του και οι σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να πιστεύουν πως αυτό ήταν αλήθεια.  

Στο βιβλίο σας λαμβάνουν χώρα αρκετές λεηλασίες και καταστροφές ναών των παγανιστών, καύσεις ελληνικών  βιβλίων, κ.α. Θα ήθελα να μας κατονομάσετε δύο από αυτές που θεωρείτε εσείς ως τις μεγαλύτερες καταστροφές  αρχαίων μνημείων τον τέταρτο μεταχριστιανικό αιώνα. 

Ήδη από τη βασιλεία του Κωνσταντίνου και με αποκορύφωμα εκείνη του Θεοδοσίου η καταστροφή των μνημείων  του αρχαίου κόσμου, αρχιτεκτονικών και γραπτών, ήταν ένα φαινόμενο που έλαβε κατά τον 4ο αι. μ.Χ. τεράστιες διαστάσεις. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν υπαγορευόταν μονάχα από το μίσος ή τον τυφλό φανατισμό.  Πιστεύω πως υπήρχε μια κρυφή στρατηγική πίσω από τη θέληση ορισμένων χριστιανών να καταστρέφουν με τέτοιο  μένος τους ναούς και τα αγάλματα των θεών με την ανοχή των κρατικών αρχών. Η καταστροφή των ναών και των  αγαλμάτων θεωρούνταν πως έδειχνε στους πιστούς τους το πόσο ανίσχυροι ήταν ουσιαστικά οι θεοί, αφού δεν  μπορούσαν να αποτρέψουν αυτές τις καταστροφές ούτε και να εκδικηθούν τους χριστιανούς για την ασέβεια που  επιδείκνυαν προς εκείνους. Δεν θεωρώ ότι αποτελεί μάλιστα τυχαιότητα πως μετά από τέτοιες καταστροφές, που  λάμβαναν, προφανώς εσκεμμένα, χώρα μπροστά σε πλήθη κόσμου βλέπουμε να συντελούνται ακόμα και ομαδικές  βαπτίσεις.  

Επίσης, σύμφωνα με την παραδοσιακή έως τότε ρωμαϊκή αντίληψη, η ευημερία της αυτοκρατορίας βασιζόταν για  αιώνες στη ‘’συμφωνία’’ μεταξύ του ρωμαϊκού κράτους και των θεών του. Έτσι, λοιπόν, όσο η αυτοκρατορία και οι  πολίτες της παρέμεναν ευσεβείς και επιτελούσαν τα δέοντα προς τους θεούς τόσο στη ζωή τους όσο και στη ζωή της  πανίσχυρης αυτοκρατορίας τους όλα θα λειτουργούσαν ρολόι. Για παράδειγμα, ο φημισμένος ναός του Σαράπιδος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, στον οποίο αναφέρομαι και στο βιβλίο, ο σπουδαιότερος σε όλη την ρωμαϊκή  επικράτεια μετά το Καπιτώλιο, καταστράφηκε από τους χριστιανούς στα τέλη του 4ου αι.μ.Χ. Υπήρχε η πεποίθηση  πως η ευσέβεια προς τον πανίσχυρο θεό -κυρίαρχο στοιχείο της λατρευτικής ζωής της Αιγύπτου από την εποχή των Πτολεμαίων- ήταν που εξασφάλιζε καιτις ετήσιες πλημμύρες του Νείλου. Τ’ ότι ο ναός του Σαράπιδος καταστράφηκε  από τους χριστιανούς και οι τόσο ζωτικές για την ευημερία της Αιγύπτου πλημμύρες έλαβαν χώρα κανονικά εκείνη  τη χρονιά, αρκούσε για να καλλιεργήσει φυσικά σε πολλούς παγανιστές την χειρότερη μορφή αμφιβολίας.  Σε αυτό, λοιπόν, το παιχνίδι ‘’βρώμικης’’ -ας μου επιτραπεί η έκφραση- προπαγάνδας είχαμε, δυστυχώς για τον  πολιτισμό μας, άπειρα θύματα. Ως χειρότερες καταστροφές λογαριάζω εκείνη του Σεραπείου, που πριν λίγο  ανέφερα, αλλά και πολλών Ασκληπιείων, τα οποία έως τότε αποτελούσαν ολόκληρες πολιτείες ίασης, ανάπαυσης  και γνώσης. Τα τελευταία καταστράφηκαν αλύπητα σε ολόκληρη τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, επειδή ο  Ασκληπιός ως φιλάνθρωπη θεότητα θεωρούνταν από κάποιους χριστιανούς πως μπορούσε να αναδειχθεί από τους παγανιστές σε αντίπαλο δέος του Ιησού.

Τέλος, θα ήθελα να μου πείτε έναν λόγο για τον οποίο θα θέλατε να ζείτε σε αυτή την εποχή και έναν για τον οποίο δεν θα θέλατε να ζείτε! 

Η γοητεία αυτής της εποχής είναι πως μέσα από τις αλλαγές, τις οποίες δεν περίμενε μερικές δεκαετίες πριν  κυριολεκτικά κανένας, ο αρχαίος κόσμος ξεκίνησε να σφυροκοπείται με αποτέλεσμα η όψη του να μεταβληθεί ολοκληρωτικά. Αυτό φαντάζει συναρπαστικό όταν το διαβάζει κανείς σε ένα βιβλίο ιστορίας, αλλά θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο το να ζει κάποιος σε περιόδους τόσο μεταβατικές. Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο δεν θα ήθελα να ζω σ’ αυτή την περίοδο είναι πως η πνευματική ζωή χαρακτηριζόταν, σε πολλές περιπτώσεις, από μια μεταφυσική  σκοτεινιά -και όχι μονάχα η πνευματική ζωή των χριστιανών. Αρκεί να αναλογιστούμε πως αρκετοί φιλόσοφοι της  περιόδου, οι οποίοι θεωρητικά ακολουθούσαν τις διδασκαλίες του Πλάτωνα, προσέγγιζαν τους παραδοσιακούς θεούς μέσα από πολύπλοκες τελετουργίες, οι οποίες συχνά δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τις μαγικές τελετές,  παρότι ο σκοπός τους δεν ήταν σε καμία περίπτωση το να προκαλέσουν κακό όπως εκείνες. Οι φιλόσοφοι αυτοί είναι  οι θεουργοί στους οποίους αναφέρομαι και στο βιβλίο.

Προσωπική μου άποψη είναι πως ο μόνος λόγος για τον οποίο θα άξιζε να ζει κάποιος τον 4ο αι. μ.Χ. είναι για να  πασχίσει να προστατέψει, όπως ο Αριστόμαχος, όσα όμορφα οι περασμένοι αιώνες είχαν κληροδοτήσει και τώρα, στη δεδομένη ιστορική συγκυρία, κινδύνευαν με αφανισμό… 

Σας ευχαριστώ θερμά!

Σας ευχαριστώ και εγώ με τη σειρά μου!

 
 
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα