Γράφει: ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΗΚΟΥΛΗΣ
Η Λιάνα Γκαϊτατζή γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σκύδρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Μετά το πέρας των σπουδών της εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη. Από το 1992 ζει στη Σκύδρα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση.
Ας ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας ερμηνεύοντας τον τίτλο του βιβλίου, καθώς είναι η πρώτη λέξη που διαβάζει ο αναγνώστης. Με τον συγκεκριμένο τίτλο θέλετε να προϊδεάσετε τον αναγνώστη και την αναγνώστρια για την ύπαρξη κάποιου «σκοταδιού» στο βιβλίο, το οποίο όμως διαλύεται από μικρές φωτίτσες, οι οποίες ίσως είναι φορείς αισιοδοξίας;
Νομίζω ότι ο τίτλος του βιβλίου περισσότερο κινεί την περιέργεια παρά προϊδεάζει, γιατί η λέξη «τζαραμπούλες», λέξη ποντιακή, είναι άγνωστη στους περισσότερους. Αυτό βέβαια μέχρι να διαβάσει κανείς το πρώτο κεφάλαιο, όπου και λύνεται το μυστήριο. Τζαραμπούλες είναι οι πυγολαμπίδες. Η πυγολαμπίδα είναι ένα έντομο βιοφωταυγές, γεννάει μόνη της το φως που την οδηγεί σωστά στο σκοτάδι. Έτσι είναι και ο άνθρωπος που αντλεί τη δύναμη από μέσα του, για να φωτίσει τον δρόμο τον δικό του και των άλλων. Είμαστε όλοι εν δυνάμει πυγολαμπίδες. Η δύναμη που ξεπηδάει από μέσα μας, για να ξεπεράσουμε ή για να βοηθήσουμε τους άλλους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, είναι το φως μας. Άλλωστε το σκοτάδι και το φως συνυπάρχουν στη φύση και στη ζωή και όσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με αυτή την αλήθεια τόσο πιο εύκολα θα γίνουν τα σκοτάδια μας φως.
Είστε καθηγήτρια φιλόλογος στη Δημόσια Εκπαίδευση. Αυτή είναι η πρώτη σας συγγραφική προσπάθεια; Ποιο ήταν το ερέθισμα για το ξεκίνημά σας;
Το έναυσμα ήταν ο εγκλεισμός της μαμάς μου και του παππού μου στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου, μια οικογενειακή ιστορία για την οποία γνώριζα ελάχιστα, γιατί κανείς δε μιλούσε γι’ αυτή. Όταν έφυγε η μαμά μου, άρχισα να αναζητώ συστηματικά πληροφορίες για τις συνθήκες ίδρυσης του ιδρύματος και τις συνθήκες περίθαλψης των φυματιώντων στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου. Ήταν αυτός ο τρόπος μου να διαχειριστώ τη δική μου απώλεια. Ήταν η ανάγκη να πατήσω στα βήματά της. Σε κάποιο σημείο της έρευνας, ωστόσο, ήρθα αντιμέτωπη με την πρόκληση να κάνω κάτι που δεν είχα ξανακάνει, να γράψω μια ιστορία. Διαβάζω λογοτεχνία και διδάσκω λογοτεχνία, αλλά πόσο εύκολο είναι να γράψω; Πόσο εύκολο είναι να αφηγηθώ μια ιστορία; Έτσι σιγά σιγά οι πληροφορίες έγιναν μια ιστορία για ένα εννιάχρονο κοριτσάκι που εκεί κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’40 πηγαίνει στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου. Μια ιστορία φανταστική με πρόσωπα πραγματικά.
Καταπιάνεστε με ένα ευαίσθητο θέμα, την ασθένεια της φυματίωσης, η οποία αποτέλεσε «μάστιγα» για τη χώρα μας κατά την περίοδο 1920-1950, εστιάζοντας στη ζωή των νοσούντων στο Σανατόριο Ασβεστοχωρίου. Όλο αυτό το ταξίδι γίνεται μέσα από τα μάτια ενός εννιάχρονου κοριτσιού. Ποια είναι τα συναισθήματα αλλά και οι σκέψεις που επιδιώκατε να δημιουργηθούν στον αναγνώστη;
Θα ήθελα να δουν αυτά που είδα κι εγώ με τα μάτια του εννιάχρονου κοριτσιού: τα δεινά και τον φόβο που γεννά η αρρώστια, την άρνηση της αποδοχής, την απόρριψη, την απομόνωση, την ανάγκη για αποδοχή, τη μοναξιά του ανθρώπου που ζει μέσα από τα αγκάθια του για να μην πληγωθεί, το πείσμα εν τέλει και τη δύναμη. Οι ασθενείς στο Σανατόριο του ’50 είναι οι αποσυνάγωγοι κάθε εποχής. Υπάρχει μια φράση της Σοφίας Νικολαΐδου για την ιστορία που μου αρέσει: «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, σίγουρα όμως ομοιοκαταληκτεί». Νομίζω ότι ταιριάζει και για τη ζωή.
Διδάσκετε σε παιδιά γυμνασίου. Κατά πόσο θα μπορούσαν οι ηλικίες αυτές να διαβάσουν το συγκεκριμένο βιβλίο; Πιστεύετε ότι θα ήταν ωφέλιμο να μάθουν πληροφορηθούν τα νέα παιδιά τις συνθήκες ζωής που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, οι οποίες αφορούσαν τη γενιά των προ-παππούδων και των προ-γιαγιάδων τους;
Περισσότερο θα είχε ενδιαφέρον να δουν ότι σε όλες τις εποχές η ψυχή του ανθρώπου είναι ίδια. Τα ίδια πράγματα την πληγώνουν και για τα ίδια πράγματα διψάει. Οι δυσκολίες άλλοτε τη λυγίζουν και άλλοτε τη θωρακίζουν. Με την απόρριψη μαραζώνει και με την αγάπη και την αποδοχή ανθίζει. Θα είχε ενδιαφέρον να μπουν στα παπούτσια της ηρωίδας. Κι ύστερα να δουν με άλλα μάτια τον διπλανό, τον συμμαθητή, τον συνάνθρωπο.
Θα ήθελα να σας ρωτήσω, καθώς έρχεστε σε καθημερινή επικοινωνία με μαθητές και μαθήτριες, εάν το βιβλίο γενικά παίζει κάποιον ρόλο στη ζωή τους, εάν δηλαδή αφιερώνουν κάποιο χρόνο στην ανάγνωση εξωσχολικών βιβλίων.
Είναι γεγονός ότι ο αριθμός των παιδιών που διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία μειώνεται δραματικά. Αλλά αυτά τα παιδιά επιδίδονται καθημερινά σε μια κούρσα βελτιστοποίησης σύμφωνα με τις επιταγές της εποχής. Το λογοτεχνικό βιβλίο θέλει ελεύθερο χρόνο και δικαίωμα στην απόλαυση.
Σας ευχαριστώ θερμά γι’ αυτήν την ενδιαφέρουσα συνέντευξη και σας εύχομαι το βιβλίο σας να είναι καλοτάξιδο.
Το βιβλίο «Τζαραμπούλες» της Λιάνας Γκαϊτατζή κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις «ΕΝΤΥΠΟΙΣ».


































Πρόσκληση φίλων