Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
 

Το Bookia αναζητά μόνιμους συνεργάτες σε κάθε πόλη τής χώρας για την ανάδειξη τής τοπικής δραστηριότητας σχετικά με το βιβλίο.

Γίνε συνεργάτης τού Bookia στη δημοσίευση...

- Ρεπορτάζ.
- Ειδήσεις.
- Αρθρογραφία.
- Κριτικές.
- Προτάσεις.

Επικοινωνήστε με το Bookia για τις λεπτομέρειες.
Ελένη Τζήκα-Αετοπούλου, μιλά στην Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη για το "Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!"
Διαφ.

Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Με το νέο της βιβλίο, «Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!» (εκδόσεις Οξύνοια), η Ελένη Τζήκα-Αετοπούλου επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο και στα χρόνια της παιδικής της μνήμης, μεταμορφώνοντας το προσωπικό βίωμα σε λογοτεχνική μαρτυρία. Η ίδια γίνεται πρωταγωνίστρια των αφηγημάτων της, οδηγώντας τον αναγνώστη στις παρυφές των Πιερίων, σε ένα χωριό των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Εκεί, η ντοπιολαλιά, οι μικρές καθημερινές ιστορίες και οι σιωπές των γυναικών αποκτούν ιστορικό και πολιτικό βάρος, υφαίνοντας έναν κόσμο όπου το προσωπικό γίνεται συλλογικό και η μνήμη φέρει φωνή. 

Η αφήγηση, διαποτισμένη από τρυφερότητα αλλά και οξύ κοινωνικό βλέμμα, δεν μένει στη νοσταλγία. Ξεγυμνώνει τα έμφυλα στερεότυπα, τη βία που κρύβεται πίσω από τη «γνώμη του κόσμου», και τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στην παράδοση και την επιθυμία για προσωπική ελευθερία. Οι μορφές της Αθηνάς, της Ρηνιώς και της Σοφίας λειτουργούν ως συλλογικό μνημόσυνο για τις γυναίκες που έζησαν και χάθηκαν χωρίς δημόσια φωνή. Η ίδια η συγγραφέας, έχοντας ήδη καταθέσει το πρώτο της βιβλίο «Σσσ… μας ακούει ο κόσμος» από τις εκδόσεις Ακρίτας, και το δεύτερο βιβλίο της. «Έρωτας σε απόσπαση» από  τις εκδόσεις Λευκή Σελίδα, συνεχίζει με το παρόν βιβλίο μια διαδρομή όπου η μνήμη γίνεται πράξη ευθύνης. Το παρόν έργο αποτελεί όχι μόνο λογοτεχνική κατάθεση αλλά και πράξη αποκατάστασης. Μια επιστροφή στις ρίζες με τη γνώση της απόστασης και την ωριμότητα της αυτογνωσίας. Συναντηθήκαμε για να μιλήσουμε για το νέο βιβλίο της μα γρήγορα κατάλαβα πως δεν επρόκειτο απλά για μια παρουσίαση βιβλίου. Ήταν μια συνομιλία με τη μνήμη. Δεν κατήγγειλε· κατέγραφε. Και αυτή η καταγραφή είχε τη δύναμη της ήρεμης βεβαιότητας.

Τι σας ώθησε να επιστρέψετε λογοτεχνικά στα παιδικά σας χρόνια και στο χωριό των Πιερίων; Ήταν μια ανάγκη μνήμης ή μια ανάγκη δικαιοσύνης;

Το χωριό των παιδικών μου χρόνων το κουβαλώ πάντα μέσα μου εν υπνώσει και με διάφορες  αφορμές ξυπνά και με πονάει. Δεν μπορείς να εκλογικεύσεις την ανάγκη να αποτυπώσεις στο χαρτί βιώματα και εμπειρίες. Αυτό που σε ωθεί είναι κάτι που πηγάζει απ’ το ασυνείδητο είναι πολλά μαζί κι ωστόσο γίνονται ένα, μία επιτακτική ανάγκη να ξεφορτώσεις από πάνω σου βάρος. Ν’ αλαφρώσεις από πράγματα που ήθελαν να σε καθορίσουν –και δεν ξέρω ως ποιο βαθμό σε καθόρισαν- πράγματα και καταστάσεις που διαμορφώθηκαν χωρίς εσένα και σε αφορούν. Να μοιραστείς ακόμα ό,τι σε πόνεσε, γιατί πόνος μοιρασμένος γίνεται μισός. 

Ο τίτλος «Δε θα σε πιάσω στα χέρια μου!» κρύβει άρνηση, φόβο ή προστασία; Ποια είναι η συμβολική του διάσταση; 

Ο τίτλος κρύβει απειλή. Εάν συνεχίζαμε τη φράση θα λέγαμε, «θα σε ξεμαλλιάσω» ή στη χειρότερη περίπτωση «θα σε παραχώσω». Σε μια εποχή που η τιμωρία, η αυστηρή τιμωρία, ήταν το μοναδικό μέσον διαπαιδαγώγησης, τέτοιες απειλές ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ένας συνομήλικός μου μου έλεγε χρόνια μετά πως ο πατέρας του τον κρέμασε στο δάσος κι αν δεν περνούσε κάποιος χωριανός να τον δει και να τον ξεκρεμάσει,  μπορεί και να μην ζούσε.  

Η ντοπιολαλιά κατέχει κεντρική θέση στο έργο σας. Τη θεωρείτε εργαλείο αυθεντικότητας, αντίστασης ή πολιτισμικής διάσωσης;

Ναι, είναι εργαλείο αυθεντικότητας και ενίοτε πολιτισμικής διάσωσης. Π.χ. Ο ντόπιος δε λέει μοιάζω, αλλά ομοιάζω. «Ποιόν ώμοιασες εσύ κι έγινες ανεπρόκοπο; Εμείς στο σόι δεν είχαμε  κανέναν ανεπρόκοπο!».

Οι γυναικείοι χαρακτήρες σας κινούνται ανάμεσα στη σιωπή και στην εσωτερική δύναμη. Πώς αντιλαμβάνεστε σήμερα τον ρόλο της γυναίκας σε σχέση με εκείνη την εποχή;

Η σιωπή ήταν το στολίδι της γυναίκας και την εσωτερική  της δύναμη έπρεπε να την κρύβει, για να φαίνεται ο άντρας δυνατός κι εκείνη να ζει στη σκιά. Η οποιαδήποτε απόφαση στην οικογένεια έπρεπε να είναι του άντρα, ακόμα κι αν την είχε προτείνει η γυναίκα. Αλλά να μην είμαστε άδικοι. Η κοινωνία την εποχή εκείνη ήταν άδικη και για τον άντρα, αφού δε δικαιούνταν να παντρευτεί πριν παντρέψει τις αδερφές του. Ακόμα η πατρική παντοδυναμία, ειδικά στο θέμα του γάμου, ήταν σ΄ένα μεγάλο βαθμό καθοριστική και για τον άντρα. Σήμερα πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Αλλά ακόμα η ισότητα ”εν τοις πράγμασι“ είναι πολύ μακριά. Η κοινωνία είναι πιο ανεκτική με τον άντρα ενώ τη γυναίκα την περιμένουν στη γωνία “για κάθε παραστράτημα”. 

Στην παραβολή με τους ελέφαντες, η υπακοή μαθαίνεται από μικρή ηλικία. Τι θέλετε να καταλάβουν οι αναγνώστριες για τη σχέση ανάμεσα στη δύναμη, τον φόβο και την ελευθερία; 

Να επανεξετάζουμε πράγματα που τα θεωρούμε δεδομένα. Πολλά απ’ αυτά είναι κατασκευάσματα της κοινωνία. Και τα δυο φύλα δικαιούνται ν΄ αξιώνουν σεβασμό, αξιοπρέπεια κι ελευθερία κι αυτά είναι θέμα παιδείας.

Στον διάλογο της σελίδας εβδομήντα τρία, τα κορίτσια μαθαίνουν ότι πρέπει να είναι «σοβαρά», να μη μιλούν και να μη γελούν. Πώς αποτυπώνεται μέσα από αυτή την καθημερινή συμβουλή η κοινωνική και έμφυλη καταπίεση που περιγράφετε στο βιβλίο; 

Η σοβαρότητα δεν έχει σχέση με το γέλιο και τ΄ αστεία. Πολύ επιφανειακή προσέγγιση στο θέμα. Σοβαρότητα είναι να είσαι αξιοπρεπής, να κρατάς το λόγο σου, ν΄ αγωνίζεσαι για ένα σκοπό, να μην το βάζεις κάτω και ν΄ αξιώνεις τα ίδια και για τους άλλους.

Η εικόνα του αγρότη καθισμένου στο χώμα αποτυπώνει την απόγνωση. Τι σημαίνει για εσάς η δύναμη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας σε αυτές τις συνθήκες; 

Η αγροτική ζωή κρύβει πολλές απογοητεύσεις, γιατί η ύπαρξή σου εξαρτάται απ΄ την σοδειά κι η σοδειά απ΄ τις καιρικές συνθήκες που είναι απρόβλεπτες. Υπάρχει μια παροιμία γι΄ αυτό «με την ξέρα ξεροκάνει με την λάσπη λασποκάνει κι έχει ο θεός τι θα τα κάνει». Δηλαδή σ΄ οποιαδήποτε περίπτωση πάλεψε. Ακόμα ο αγρότης είναι αδικημένος σε σύγκριση με άλλα επαγγέλματα. Μαζεύτηκαν, λέει, όλοι οι επαγγελματίες  να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Όταν ήρθε η σειρά του αγρότη, εκείνος κοιμόταν. Αφήστε τον, είπαν οι άλλοι, αυτός είναι κουρασμένος και τον πήρε ο ύπνος!  

Στο διήγημα «Πάλι στο χωράφι», ο κομμουνισμός εμφανίζεται ως «μικρόβιο». Πιστεύετε ότι σήμερα το πολιτικό στίγμα εξακολουθεί να επηρεάζει τις μικρές κοινωνίες; 

Μόλις είχε τελειώσει ο εμφύλιος. Ήταν νωπές ακόμα οι πληγές. Κι όπως ξέρουμε την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Όσον αφορά τον ήρωά μου μετά το δημοτικό οι ιδέες του διαμορφώθηκαν απ’ τη στρατιωτική «διαπαιδαγώγηση». Κι έγραψαν μέσα του με πυρωμένο σίδερο. Ούτε τόλμησε ποτέ να επανεξετάσει τι του έμαθαν. Τα λόγια του αξιωματικού ήταν «θέσφατο». Όσο για το τι ισχύει σήμερα θ’ απαντήσω με την έκφραση «κακό χωριό τα λίγα σπίτια». Αλλά και στις μεγάλες κοινωνίες, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο κοινοβούλιο, θα δει κάποιους ψευτοπατριώτες που κτίζουν τον ψευτοπατριωτισμό τους στον αντικουμουνισμό.

Η γνώμη του κόσμου λειτουργεί ως υπέρτατος κριτής. Πώς η λογοτεχνία μπορεί να δώσει φωνή σε όσες γυναίκες σιώπησαν; 

Η γνώμη του κόσμου έφαγε κόσμο και κοσμάκη, ιδιαίτερα γυναίκες. Είναι θλιβερό ν΄ ασχολείσαι με τους άλλους, ενώ παραβλέπεις τα δικά σου. «Τα δικά μας είναι σύκα και σιωπούν, ενώ τα ξένα είναι καρύδια και βροντούν». Κι είναι μεγάλη αδικία για σένα να ζεις με τη γνώμη του κόσμου. Χάνεις τον εαυτό σου και γίνεσαι υποκριτής. Σ΄ αυτό το ζήτημα νομίζω πως η κοινωνία κάνει μεγάλα βήματα σήμερα.

Οι ιστορίες της Αθηνάς, της Ρηνιώς και της Σοφίας λειτουργούν ως μνημόσυνο. Νιώθετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη εκεί όπου η κοινωνία σιώπησε;

Αυτές οι ιστορίες όντως είναι μνημόσυνο. Ναι, η λογοτεχνία μπορεί να δώσει φωνή στον αδικημένο, τον κατατρεγμένο, όσο και το θέατρο κι ο κινηματογράφος. Όμως αυτές οι αλλαγές είναι πολύ αργές. Σκεφτείτε σε ποιο ποσοστό η κοινωνία διαβάζει λογοτεχνία, βλέπει θέατρο ή κινηματογράφο.

Η εκπαίδευση στο βιβλίο παρουσιάζεται ως διέξοδος αλλά και ως σύγκρουση. Πόσο καθοριστικός υπήρξε ο δικός σας εκπαιδευτικός δρόμος στη διαμόρφωση της ταυτότητάς σας;

Όταν ο κόσμος «πεινάει» η εκπαίδευση θεωρείται είδος πολυτελείας. Εγώ νομίζω πως δεν θα άντεχα να μείνω στο χωριό και να ενστερνιστώ εκείνες τις αντιλήψεις. Η εκπαίδευση ήταν τρόπος διαφυγής και άνοιγμα φτερών σ΄ έναν κόσμο πιο ανθρώπινο, πιο δίκαιο. Κάποτε όμως καταλαβαίνεις πως όπου κι αν πας «η πόλη θα σε ακολουθεί», που λέει κι ο Καβάφης.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία στη μετατροπή του βιώματος σε λογοτεχνική αφήγηση; Υπήρξαν μνήμες που αντιστάθηκαν στη γραφή;

Κάποιες μνήμες πονάνε. Είναι σαν να ξανανοίγεις μια παλιά πληγή κι ωστόσο νέα. Τα υπόλοιπα είναι σαν καταρράκτης, συνωστίζονται στην άκρη της πένας κι είναι δύσκολο να τα βάλεις σε τάξη. 

Πώς θα θέλατε να διαβάσουν το βιβλίο οι νεότερες γενιές που δεν έχουν ζήσει εκείνη την εποχή;

Ο άνθρωπος, όσο κι αν αλλάζει η κοινωνία, παραμένει ίδιος σε κάποια βασικά στοιχεία. Θα ήθελα να πω στις νέες γυναίκες: Μην επιτρέπετε σε κανέναν να σας υποβιβάζει. Και το σπουδαιότερο μεγαλώστε τα παιδιά σας έτσι ώστε ν΄ αποκτήσουν αυτοσεβασμό και εμπιστοσύνη, στον εαυτό τους, λέγοντάς τους «μπορείς, παιδί μου, θα τα καταφέρεις κι εγώ θα είμαι πάντα εδώ, όποτε με χρειαστείς». Μην τσιγκουνεύεστε τον καλό λόγο. Τον έχουν ανάγκη. Ακόμα κι αν δεν το δείχνουν. Είναι άδικο να θυσιάζεις μια ζωή για το παιδί σου κι εκείνο αργότερα να μη βρίσκει μια καλή κουβέντα στις αναμνήσεις του, ένα μπράβο από σας.  Θυμάμαι πάντα τα λόγια μιας αγράμματης γυναίκας σε μια μικρομάνα «αυτό ισένα έχει θιό,(Θεό) καλό μ’».

Αν μπορούσατε να απευθύνετε μια φράση στο κορίτσι που υπήρξατε, ποια θα ήταν;

Θα της έλεγα: «Βγάλε πια από πάνω σου αυτά τα βαρίδια που σου φόρτωσαν από μικρό παιδί. Περπάτα ανάλαφρα, όσο ακόμα είναι καιρός».

 

Φεύγοντας από τη συνάντηση με τη Ελένη Τζήκα-Αετοπούλου, είχα την αίσθηση πως δεν είχα απλά πάρει μια συνέντευξη. Είχα ακουμπήσει ένα ζωντανό κομμάτι συλλογικής μνήμης. Κάτι που δεν ανήκει μόνο σε ένα χωριό, ούτε μόνο σε μια εποχή, αλλά σε όλες εκείνες τις ζωές που έμαθαν να σωπαίνουν για να επιβιώσουν.  Μέσα από τη γλώσσα του τόπου της, από τις λέξεις που κουβαλούν χώμα, ιδρώτα και φόβο, και μέσα από τις φωνές των γυναικών της κοινότητας, η λογοτεχνία της δεν αναπαριστά απλά το παρελθόν. Το ξανανοίγει. Το κοιτάζει κατάματα. Το κρίνει. Και τελικά το απελευθερώνει, όχι για να το διαγράψει, αλλά για να το μετατρέψει σε γνώση. Καλοτάξιδο να είναι!

 
 
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα