Γράφει: Λεύκη Σαραντινού
Η Ελευθερία Μεταξά γεννήθηκε στο Αιγάλεω το 1970. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, της Δραματικής Σχολής Διομήδη Φωτιάδη και του τμήματος Δημοσιογραφίας του Εργαστηρίου Ελευθέρων Σπουδών ΑΝΤ1. Εργάστηκε ως ηθοποιός, λαμβάνοντας μέρος σε θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές σειρές, ως ασκούμενη δημοσιογράφος στο δελτίο ειδήσεων του ΑΝΤ1 και ως φιλόλογος σε φροντιστήρια Μέσης Εκπαίδευσης.
Σήμερα ασχολείται με τη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων, με τη μετάφραση και την επιμέλεια βιβλίων και με μεταγλωττίσεις ξένων τηλεοπτικών σειρών. Είναι μέλος της Π.Ε.Λ. (Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών) και μιλάει αγγλικά. Το διήγημά της με τίτλο Το τελευταίο ταξίδι απέσπασε έπαινο στον 34ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό της Π.Ε.Λ.
Από τις εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Τα τρία πρόσωπα της Εκάτης, Αθώοι Ένοχοι, Μαύρα σαν τον έβενο μαλλιά (επανέκδοση), Το χέρι του Θεού, Ο θησαυρός της Σμύρνης, Ποιος σκότωσε την Ιφιγένεια; (επανέκδοση), Ίχνος στον καθρέφτη, Η κόρη της λήθης, Το στοιχειό του Αχέροντα, Μην κοιτάξεις πίσω (επανέκδοση) και Καιρός του θερίζειν.

Κυρία Μεταξά, έχετε πραγματοποιήσει σπουδές στη Φιλοσοφική, στη Δημοσιογραφία, στη Δραματική, ενώ παράλληλα συγγράφετε, επιμελείστε βιβλία και διενεργείτε παράλληλα μεταφράσεις, έχοντας και οικογένεια. Μπορώ να ρωτήσω πως καταφέρνετε και τα συνδυάζετε όλα αυτά και ποια είναι η δραστηριότητα από όλες αυτές που σας ευχαριστεί περισσότερο;
Νομίζω ότι όταν αγαπάς ό,τι κάνεις, πάντα βρίσκεις τον τρόπο να τα καταφέρεις. Άλλωστε, πάντα μου άρεσε να κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα, να ασχολούμαι με οτιδήποτε μου κεντρίζει το ενδιαφέρον, οπότε μάλλον έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία. Εδώ κι έναν χρόνο ασχολούμαι αποκλειστικά με τη συγγραφή, την επιμέλεια και τη μετάφραση και, φυσικά, με την οικογένειά μου. Όσο για τη δραστηριότητα που με ευχαριστεί περισσότερο, αυτή είναι η συγγραφή, στην οποία μάλιστα μπορώ να συνδυάσω όλες μου τις σπουδές: η δημοσιογραφία με βοηθάει στην έρευνα, η Φιλοσοφική στον χειρισμό της γλώσσας και στην ψυχογραφία των ηρώων και η υποκριτική στο πλάσιμο των σκηνών και στην αλήθεια των ηρώων.
Πότε αποφασίσατε να γράψετε το πρώτο σας βιβλίο και γιατί;
Από τότε που ήμουν ακόμα παιδί μου άρεσε να γράφω. Επειδή υπήρξα ιδιαίτερα εσωστρεφής, το γράψιμο αποτελούσε για μένα τον τρόπο να εκφράσω, έστω και στο χαρτί, όσα ο κλειστός μου χαρακτήρας δεν μου επέτρεπε. Έγραφα ποιήματα, μικρές ιστορίες, στίχους, παραμύθια ή απλά κατέγραφα τις σκέψεις μου. Η συγγραφή του πρώτου μου βιβλίου ήταν, λοιπόν, μια φυσική εξέλιξη της αγάπης μου για τη γραφή, έγινε χωρίς καλά καλά να συνειδητοποιήσω κι εγώ η ίδια ότι είχα την ανάγκη να δημιουργήσω μια πολύ μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία, η οποία μάλιστα ήταν −οποία έκπληξη!− αστυνομική.
Ποια ήταν η αφορμή για τη συγγραφή του Καιρός του θερίζειν; Γιατί αποφασίσατε να το συνδέσετε με τη Χούντα των Συνταγματαρχών;
Σε προηγούμενο βιβλίο μου είχα αναφερθεί στην προσωπική ιστορία του αστυνόμου Οδυσσέα Γιαβρόγλου, ο οποίος ήταν το δεξί χέρι του Μάνου Βαρσάμη, όταν εκείνος υπηρετούσε ακόμα στη ΓΑΔΑ ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Ο Γιαβρόγλου, σε ηλικία δέκα ετών, είχε χάσει τη μητέρα του που δολοφονήθηκε στο σπίτι τους από κάποιον άγνωστο ληστή. Η δολοφονία της παρέμεινε ανεξιχνίαστη και αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει ο Οδυσσέας αστυνομικός. Έτσι, αποφάσισα στο Καιρός του θερίζειν να ασχοληθώ με τη διαλεύκανση του συγκεκριμένου εγκλήματος και να δώσω στον Οδυσσέα την ευκαιρία τόσο να δικαιώσει την ψυχή της μητέρας του όσο και να απαλλαγεί κι ο ίδιος απ’ το βάρος που εδώ και χρόνια κουβαλάει. Όσο για τη σύνδεση με την περίοδο της Χούντας, αυτήν την οφείλω στον Παναγιώτη, τον γιο της φίλης και αναγνώστριας Γεωργίας Κατσουράκη. Πριν από αρκετό καιρό με είχε ρωτήσει αν θα έγραφα κάτι για την περίοδο της Επταετίας. Τότε του είχα απαντήσει αρνητικά, όταν ωστόσο ξεκίνησα να γράφω το Καιρός του θερίζειν, θυμήθηκα την ερώτηση του Παναγιώτη και συνειδητοποίησα ότι η συγκεκριμένη εποχή ταίριαζε σ’ εκείνη στην οποία αναγόταν η αιτία του εγκλήματος. Έτσι, λοιπόν, προέκυψε η σύνδεση της ιστορίας που είχα στο μυαλό μου με τη σκοτεινή αυτή περίοδο της ιστορίας.
Από την έρευνα που διεξήγατε προέκυψε ότι υπήρχαν πράγματι άνθρωποι που υμνήθηκαν για την υποτιθέμενη αντιδικτατορική τους δράση, ενώ στην πραγματικότητα ήταν χαφιέδες και βρίσκονταν με το μέρος των χουντικών «καρφώνοντας» τους δικούς τους; Ή όλο αυτό αφορούσε καθαρά το μυθοπλαστικό κομμάτι του βιβλίου σας;
Η έρευνά μου δεν με οδήγησε, ευτυχώς, στο αποτέλεσμα στο οποίο αναφέρεστε (δίχως, φυσικά, να αποκλείεται ότι συνέβη κάτι τέτοιο). Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι που «έχτισαν» κυριολεκτικά την καριέρα τους πάνω στην αντιδικτατορική τους δράση, παρότι στην πορεία λησμόνησαν τα ιδανικά για τα οποία πολέμησαν τότε και «βολεύτηκαν» σε καίρια πολιτικά πόστα.
Γιατί γράφετε αστυνομικό μυθιστόρημα και όχι κάποιο άλλο είδος; Αυτό είναι το είδος της λογοτεχνίας που προτιμάτε να διαβάζετε;
Ανακάλυψα την Άγκαθα Κρίστι όταν ήμουν δέκα ετών. Βλέποντας τη φωτογραφία της στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου της, νόμισα ότι αυτή η γλυκύτατη γιαγιά θα έχει να διηγηθεί πολύ ωραίες ιστορίες. Όταν, όμως, ξεκίνησα να διαβάζω, αν δεν κάνω λάθος, το βιβλίο πρέπει να ήταν το Δέκα μικροί νέγροι − μαγεύτηκα κυριολεκτικά και αμέσως αναζήτησα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά της. Από τότε ονειρευόμουν πως μεγαλώνοντας θα έγραφα κι εγώ ιστορίες μυστηρίου. Άλλωστε, αυτό είναι κυρίως που με γοητεύει στο συγκεκριμένο είδος: η ατμόσφαιρα μυστηρίου που δημιουργεί ο συγγραφέας, παρασύροντας τον αναγνώστη. Απ’ την άλλη μεριά, αγαπώ πολύ τους γρίφους, οτιδήποτε μπορεί να κινητοποιήσει το μυαλό μου, να το βάλει να ψάχνει απαντήσεις και λύσεις. Ίσως γι’ αυτό, λοιπόν, γράφω αστυνομικό μυθιστόρημα, γιατί μου αρέσει να δημιουργώ τους δικούς μου γρίφους, τους οποίους προσπαθώ εγώ πρώτη να λύσω. Βέβαια, αυτό είναι και το είδος λογοτεχνίας που προτιμώ να διαβάζω, χωρίς να αποκλείω ασφαλώς και άλλα είδη, κυρίως το ιστορικό και το κοινωνικό μυθιστόρημα.
Ο Οδυσσέας Γιαβρόγλου, ένας από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου σας, αγωνίζεται να ξεπεράσει ένα παιδικό τραύμα που σημαδεύει όλη τη μετέπειτα ζωή του. Πιστεύετε ότι τέτοιου είδους τραύματα δεν ξεπερνιούνται ποτέ;
Πιστεύω ότι τα γεγονότα που μας σημάδεψαν στην παιδική μας ηλικία μάς ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή μας και δύσκολα ξεπερνιούνται. Γι’ αυτό και χρειάζεται να «δουλεύουμε» με τον εαυτό μας, να μη θάβουμε στην ψυχή μας ό,τι μας πόνεσε ως παιδιά, να αντιμετωπίζουμε κατά πρόσωπο τα «φαντάσματα» που ίσως μας στοιχειώνουν ακόμα. Θεωρώ ότι για να ζήσουμε το παρόν και για να ονειρευτούμε το μέλλον, οφείλουμε να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το παρελθόν.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα επιτυχημένο; Τι πρέπει απαραιτήτως να διαθέτει;
Νομίζω ότι τα απαραίτητα «συστατικά» ενός επιτυχημένου αστυνομικού μυθιστορήματος είναι το μυστήριο, η αγωνία και οι ανατροπές. Ειδικά, όμως, οι τελευταίες, πρέπει να είναι απολύτως δικαιολογημένες, να πείθουν τον αναγνώστη για την αλήθεια τους, όχι απλώς και μόνο να τον ξαφνιάζουν. Αυθαίρετα συμπεράσματα και «από μηχανής θεοί» μπορούν να καταστρέψουν και την πιο ευφάνταστη ιστορία.
Τι νέο έχουμε να περιμένουμε στη συνέχεια από εσάς στον χώρο της Λογοτεχνίας και πότε;
Τον Οκτώβριο θα κυκλοφορήσει απ’ τις εκδόσεις Μίνωας το νέο μου μυθιστόρημα με τίτλο Συλλέκτης ψυχών. Πρόκειται για την καινούρια περιπέτεια του Μάνου Βαρσάμη και της Έλσας Γληνού, η οποία σχετίζεται με τη φιλοσοφία του Πλάτωνα περί ψυχής.
Σας ευχαριστώ θερμά!
Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία!
























Πρόσκληση φίλων