Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
 

Το Bookia αναζητά μόνιμους συνεργάτες σε κάθε πόλη τής χώρας για την ανάδειξη τής τοπικής δραστηριότητας σχετικά με το βιβλίο.

Γίνε συνεργάτης τού Bookia στη δημοσίευση...

- Ρεπορτάζ.
- Ειδήσεις.
- Αρθρογραφία.
- Κριτικές.
- Προτάσεις.

Επικοινωνήστε με το Bookia για τις λεπτομέρειες.
Πάνος Μουχτερός, στο διπλανό θρανίο με τον Δημήτρη Σακισλίδη
Διαφ.

Γράφει: Δημήτρης Σακισλίδης

 

Ο Πάνος Μουχτερός γεννήθηκε το 1981 στη Σπάρτη. Μεγάλωσε στην Κέρκυρα, όπου εργάζεται ως δικηγόρος. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Αρθρογραφεί από μικρή ηλικία στον έντυπο και διαδικτυακό Τύπο, γράφει διηγήματα, ποιήματα κι έχει κάνει ραδιόφωνο στην Κέρκυρα και τη Θράκη, μεταξύ άλλων ενασχολήσεών του. Το blog του με τίτλο Τα Κακώς Κείμενα περιέχει άρθρα και διηγήματά του, ενώ συνεντεύξεις του με σημαντικούς ανθρώπους του πολιτισμού βρίσκονται στο Spotify, στο podcast που παρουσιάζει με την ονομασία Τα Κακώς Κείμενα podcast. Το μυθιστόρημα Βίος αβίωτος είναι το πρώτο του βιβλίο.

Σελίδα συγγραφέα: kakoskeimena.net

Ένας άντρας, εργαζόμενος στην εταιρεία Developland, καλείται διαρκώς να ανταποκρίνεται σε απαιτητικές ιδέες για τις εξελισσόμενες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, στην προσωπική του ζωή, έχει αναλάβει τη φροντίδα του πολυαγαπημένου αλλά άρρωστου πατέρα του. Όταν δέχεται την απροειδοποίητη επίσκεψη ενός μυστηριώδους δικηγόρου, η καθημερινότητά του κλονίζεται συθέμελα. Καθώς παρασύρεται σε δίνη αποκαλύψεων, ένα τηλεφώνημα από την αγνοούμενη για χρόνια αδερφή του θολώνει κι άλλο τις σκιές γύρω από τον ίδιο και την οικογένειά του. Μη βρίσκοντας πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα, ο κύριος ήρωας του βιβλίου θα συλλέξει τα διασκορπισμένα στον τόπο και τον χρόνο θραύσματά του και θα βυθιστεί σ’ έναν κόσμο σκοτεινό, γεμάτο ερωτικές συναναστροφές της μιας νύχτας, μόνιμη αϋπνία αλλά και εγκληματικές καταστάσεις συνδεδεμένες με τα φαντάσματα του παρελθόντος του.

Βίος αβίωτος. Ένα ψυχολογικό καλειδοσκόπιο που εστιάζεται στην εικονική μας πραγματικότητα. Μια ιστορία με πρόσωπα χωρίς ονόματα και με αλήθειες φτιαγμένες από ψέματα.

Ο «Βίος αβίωτος» είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα, όμως η γραφή δεν φαίνεται να προέκυψε ξαφνικά. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του βιβλίου και πόσος χρόνος χρειάστηκε μέχρι να πάρει τη μορφή που κρατά σήμερα ο αναγνώστης;

Αρχικά να τονίσω ότι ο «Βίος αβίωτος» ως τίτλος προηγήθηκε χρονικά και μετά ακολούθησε το κείμενο. Λειτούργησε έτσι, τρόπον τινά, ως «υποβολέας» και στην πορεία η ιστορία που αφηγούμαι προσαρμόστηκε και στον τίτλο. Η ιδέα προέκυψε περισσότερο ως ανάγκη που με τον καιρό ωρίμαζε και με ώθησε σταδιακά να περάσω από την αρθρογραφία στη διηγηματογραφία και τελικά στην αφηγηματολογία μέσα από ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα. Η πρώτη, ακατέργαστη σύλληψη, γεννήθηκε πριν αρκετά χρόνια, γύρω στο 2015, όμως η συγγραφή ξεκίνησε να συμβαίνει αρκετά μεταγενέστερα, κατά το φθινόπωρο του 2021. Τότε έγραψα τις πρώτες 100 σελίδες. Κατόπιν, το παράτησα τελείως μέχρι και το καλοκαίρι του 2024, όταν δεν μπορούσα πια να συγκρατήσω την έμπνευση μέσα μου και το έπιασα ξανά από εκεί που το είχα αφήσει. Μέσα σε 2 μήνες έγραψα άλλες 400 σελίδες και έκτοτε το τελειοποιούσα συνεχώς ως και τον Αύγουστο του 2025, όταν και το έστειλα ολοκληρωμένο ως πρόταση στους εκδοτικούς οίκους για πρώτη φορά. Τα υπόλοιπα μετά είναι ιστορία. 

Είστε δικηγόρος, αρθρογράφος και δημιουργός της ιστοσελίδας «Τα Κακώς Κείμενα» όπου σχολιάζετε σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα. Πόσο επηρέασε αυτή η διαρκής παρατήρηση της κοινωνίας τον τρόπο που χτίστηκε ο «Βίος αβίωτος»; Υπάρχουν γεγονότα ή προβληματισμοί που πέρασαν σχεδόν αυτούσιοι σε σελίδες του βιβλίου;

Η «επικαιροποιημένη διηγηματογραφία» όπως μου αρέσει να την αποκαλώ είναι μια τεχνική που εφάρμοσα κατά κόρον στο blog μου και αναπόφευκτα επηρέασε και το μυθιστόρημα στο ύφος και κυρίως στον αφηγηματικό του ρυθμό. Απλά τούτη τη φορά προσπάθησα να μην κάνω «φωτογράφιση» της επικαιρότητας αλλά να προσθέσω μυθοπλασία μαζί με ορισμένα «σινιάλα» ρεαλισμού σε όσα περιγράφω στην πλοκή. Ειδικά όταν έφτασα στα στάδια της επιμέλειας του κειμένου και έγραψα όλο το βιβλίο από την αρχή πολλές φορές, επέλεξα να αφαιρέσω τις πολύ προφανείς παραπομπές στην επικαιρότητα, ισορροπώντας διαρκώς ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, σαν ένα ζευγάρι που χορεύει ταγκό. Σίγουρα μεταφέρθηκαν μερικοί προβληματισμοί κοινοί με τα άρθρα μου από Τα Κακώς Κείμενα, θα ήταν αδύνατο αυτό να μη συμβεί με περίπου 170 άρθρα και διηγήματα εκεί να με έχουν επί τόσα χρόνια «προπονήσει», προτού μεταβώ στο τερέν ενός μυθιστορήματος. Πάντως ο εξοικειωμένος αναγνώστης από το blog θα με αναγνωρίσει αμέσως, κυρίως από τον τρόπο γραφής μου, παρά από την ιστορία του έργου. 

Στο βιβλίο απουσιάζουν τα ονόματα προσώπων και τόπων, σαν να θέλετε η ιστορία να μπορεί να συμβεί παντού και στον καθένα. Ήταν μια συνειδητή επιλογή ώστε ο αναγνώστης να σταθεί περισσότερο στους ανθρώπους και λιγότερο στις ταυτότητές τους;

Αυτή η επιλογή προέκυψε στην πορεία, καθώς έγραφα το έργο. Συνειδητοποίησα ότι με περιορίζει πολύ αφηγηματολογικά, ήταν λες και έβαζα με το στανιό ομοιοκαταληξία σε στίχους, ενώ περνάω πολύ περισσότερα μηνύματα με ελεύθερο κείμενο. Ειδικά όταν επιχείρησα να «βαφτίσω» κάποιους ήρωες, κλώτσαγε πολύ μια τέτοια «συμμόρφωση» και επέλεξα τελικά να δοκιμάσω τον ριψοκίνδυνο δρόμο της παντελούς έλλειψης ονομάτων στους ήρωες του έργου. Επένδυσα στις περιγραφές, στις ιδιότητές τους και φυσικά στα κινηματογραφικά πλάνα, ώστε να μπορεί ο αναγνώστης να καταλαβαίνει κάθε φορά ποιος μιλάει και να μην μπερδεύεται -ελπίζω. Είναι αλήθεια ότι αυτό το «τρικ» βοηθάει στην ταύτιση του αναγνώστη με τα πρόσωπα του βιβλίου, γιατί τελικά πρωταγωνιστές εδώ είναι περισσότερο τα βιώματα και τα δεινά, όχι τόσο οι ήρωες από μόνοι τους. Επομένως, η ονοματολογία ήταν σχεδόν περιττή, πέρα από προβληματική. 

Παρ' όλα αυτά, δύο γυναικείοι χαρακτήρες κατονομάζονται. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος συμβολισμός πίσω από αυτή την εξαίρεση ή προέκυψε οργανικά μέσα από την αφήγηση;

Οι γυναικείοι αυτοί χαρακτήρες δεν περιγράφονται με τα αληθινά τους ονόματα αλλά με ψευδώνυμα που τους αποδίδει ο κεντρικός ήρωας του έργου, που του αρέσει να «βαφτίζει» τις κοπέλες που προσεγγίζει ερωτικά με ονόματα δικής του επιλογής και που υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι του, δεν απευθύνεται σε αυτές ποτέ με αυτά. Επομένως ο κανόνας της έλλειψης ονομάτων εξακολουθεί και δεν σπάει, αφού ακόμα και αυτά τα ονόματα είναι «ανύπαρκτα» και πάντως δεν είναι τα πραγματικά στοιχεία των κοριτσιών. Τα μόνα αληθινά ονόματα που εντοπίζονται στο έργο είναι των αναφερόμενων σκηνοθετών και ηθοποιών σε μερικά κεφάλαια και αυτό το έπραξα απολύτως συνειδητά διότι ήθελα να τιμήσω εμφανώς όσους κατονομάζω, για την έμπνευση που μου προκάλεσαν μέσω της τέχνης τους. 

Ο «Βίος αβίωτος» αγγίζει ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα fake news, οι γυναικοκτονίες, η μοναξιά, οι οικογενειακές σχέσεις, η σεξουαλικότητα και οι ψευδαισθήσεις της σύγχρονης ζωής. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα σε τόσες διαφορετικές θεματικές χωρίς να χαθεί η συνοχή της αφήγησης;

Η αλήθεια είναι πως φοβήθηκα μήπως προκύψει μια τέτοια θεματική σύγχυση, όμως όσο πλησίαζα προς την ολοκλήρωση και του επιμελημένου πια κειμένου, αντιλήφθηκα ότι τα περισσότερα από όλα αυτά τα θέματα είναι συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ τους, και πως μια ίδια, αόρατη κλωστή τα διαπερνά και τα ενώνει σε διαφορετικούς τόπους, χρόνους και τρόπους. Το ψέμα, η βία, η κατ’ επίφαση ευτυχία είναι ομόκεντροι κύκλοι τελικά σε μια ζωή που πολλές φορές καταλήγει «αβίωτη», όχι ως μαρτυρική επιβίωση αλλά ως ένα σύνολο ψυχοσωματικών εμπειριών που τελικά είχαν άλλο περιεχόμενο από αυτό που θεωρούσαμε ως τάχα δεδομένο. Οι γυναικοκτονίες, τα fake news κλπ είναι έτσι περισσότερο το αιτιατό, το σύμπτωμα μιας τέτοιας συνειδητοποίησης, παρά η αιτία. 

Παρότι είστε άνδρας, περιγράφετε με ιδιαίτερη ευαισθησία εμπειρίες όπως η εγκυμοσύνη, ο τοκετός και γενικότερα ο γυναικείος ψυχισμός. Απαιτήθηκε έρευνα, παρατήρηση ή θεωρείτε πως ο συγγραφέας οφείλει να μπορεί να κατοικήσει οποιονδήποτε χαρακτήρα ανεξαρτήτως φύλου;

Σίγουρα απαιτήθηκε ειδικότερη έρευνα, ενώ και η σύζυγός μου, που διάβασε πρώτη το έργο στην πρωτόλειά του μορφή, έκανε σημαντικότατες διορθώσεις γυναικείων θεματικά αναφορών, όπως σε ρούχα κλπ. Από την άλλη είχα μάθει με Τα Κακώς Κείμενα να δοκιμάζω να «υποδύομαι» με τη γραφή πρόσωπα που είναι εντελώς «ξένα» από εμένα, άρα δεν ήταν και τόσο πρωτοφανές να επιχειρήσω να περιγράψω γυναικείες εμπειρίες. Θα έλεγα πως τελικά ήταν μια πολύ δημιουργική πρόκληση όλο αυτό και ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου για το οποίο νιώθω πραγματικά υπερήφανος είναι ο «Τοκετός» που μιλάει για εντελώς γυναικολογικά βιώματα. Δεν σημαίνει βέβαια αυτό πως στα άλλα κεφάλαια του έργου δεν έκανα συνεχώς επαληθεύσεις πραγματολογικές, ασχέτως φύλου. 

Σας άκουσα πρόσφατα σε ραδιοφωνική εκπομπή όπου κάνατε αναφορά στον ΛΕΞ και στον στίχο «Τι είναι ο θάνατος μπροστά στη ντροπή;» Πιστεύετε πως η ντροπή είναι τελικά εκείνη που καθορίζει τις επιλογές των ανθρώπων περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο φόβο;

Στον λεγόμενο «Δυτικό Πολιτισμό» η ντροπή είναι πολύ μεγάλο βάρος στους ώμους των ανθρώπων και με φριχτά συνήθως αποτελέσματα σε πολλούς τομείς της ζωής τους και κυρίως στην υγεία τους. Η ντροπή ενός ανέργου, ενός άστεγου, ενός διαζευγμένου, ενός αποφυλακισμένου, μιας κακοποιημένης, μιας γυναίκας που πλένει σκάλες για να θρέψει τα παιδιά της, η ντροπή γιατί δεν έχουμε το ίδιο ωραίο αυτοκίνητο με τον γείτονα, η ντροπή ενός κακού μαθητή, όλες αυτές οι «ντροπές» είναι αγκάθια που τρυπάνε και βασανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο και ο μεγαλειώδης αυτός στίχος κάνει σαφές τούτο το ενοχικό συναίσθημα, που ξεπερνά ακόμα και το μεγαλείο του θανάτου, ο οποίος καταντά απλά «υποδεέστερος» από την όποια αστική μας αποτυχία! Όσο το συνειδητοποιώ, τόση μεγαλύτερη φρίκη μου προκαλεί μια τέτοια διαπίστωση. Να φοβάσαι τη γνώμη των άλλων πιο πολύ και από την κάσα σου. Τρομερό.

Αν ένας σκηνοθέτης σάς χτυπούσε αύριο την πόρτα για να μεταφέρει τον «Βίο αβίωτο» στον κινηματογράφο ή σε τηλεοπτική σειρά, θα το τολμούσατε; Και, αν ναι, ποια σκηνή θα θέλατε οπωσδήποτε να μείνει αναλλοίωτη;

Ήδη έχω προλάβει και έχω χτυπήσει ο ίδιος και μέσω των ανθρώπων της τέχνης τέτοιες πόρτες, προτού καν κυκλοφορήσει το βιβλίο και όσο ο κύκλος των αναγνωστών διευρύνεται, τόσο οι πιθανότητες αυξάνονται για μελλοντική διασκευή του έργου. Το τμήμα marketing των εκδόσεων Καστανιώτη με καθοδηγεί με την πολύ μεγάλη εμπειρία των ανθρώπων του και προς αυτήν την προοπτική με σίγουρα και σταθερά βήματα. Οι γνώμες επίσης που έχω λάβει από καταξιωμένους Έλληνες ηθοποιούς και καλλιτέχνες που διάβασαν το έργο είναι άκρως ενθαρρυντικές. Ως προς το ποια σκηνή θα ήθελα να μεταφερθεί σχεδόν αυτούσια αυτή θα ήταν από το κεφάλαιο «Βύσσινο» με τους πικρούς καφέδες που είναι κερασμένοι. Όσοι το διαβάσουν, θα καταλάβουν τι εννοώ. 

Όταν ο αναγνώστης κλείσει την τελευταία σελίδα του βιβλίου, ποια είναι η μία σκέψη ή το ένα συναίσθημα που θα θέλατε ιδανικά να πάρει μαζί του;

Θέλω να γυρίσει πίσω και να διαβάσει το έργο από την αρχή ξανά. Να καταλάβει τις λεπτομέρειες από την πλοκή ακόμα βαθύτερα και να εντοπίσει πιο ευχερώς τις διάσκορπες σκηνές προοικονομίας. Να προβληματιστεί και να συζητήσει με άλλους τα όσα διάβασε στις σελίδες του και να το κουβαλήσει στην καρδιά του για καιρό. Αυτό θα ήθελα.

 
 
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα