Γράφει: Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
Στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Νέστωρ, εκεί όπου τα βιβλία μοιάζουν να ανασαίνουν μαζί με όσους τα αγγίζουν, το απόγευμα της 31ης Μαρτίου πήρε τη μορφή μιας μικρής τελετουργίας μνήμης και λόγου. Φίλοι, αναγνώστες και συνοδοιπόροι της γραφής συγκεντρώθηκαν όχι απλώς για μια παρουσίαση, αλλά για μια συνάντηση με τον κόσμο της Φάνυς Κουντουριανού-Μανωλοπούλου και το νέο της μυθιστόρημα, «Έρωτας στις φλόγες του πολέμου», από τις εκδόσεις Διάνοια. Η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, σχεδόν οικεία — σαν να είχε ανοίξει ένα σπίτι και όχι ένας χώρος βιβλιοπωλείου. Ανάμεσα σε βλέμματα που αναγνώριζαν και φωνές που χαμήλωναν από σεβασμό, ξεδιπλώθηκε η ιστορία ενός έρωτα που γεννιέται εκεί όπου όλα καταρρέουν: στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του ελληνικού Εμφυλίου. Ο Άγγλος λοχαγός Τζον Φίλιπς και η Αργυρώ, μια νεαρή Ελληνίδα φοιτήτρια, δεν συναντιούνται απλώς — διασταυρώνονται μέσα σε μια ιστορική δίνη που δεν αφήνει τίποτα ανέγγιχτο.Η Μάτα Κούρτη, σεναριογράφος ταινιών μικρού μήκους, σκηνοθέτιδα, εκπαιδευτικός και αντιπρόεδρος της Κινηματογραφικής Λέσχης Κατερίνης, διάβασε το βιογραφικό της συγγραφέως, μίλησε συνοπτικά για το βιβλίο και διάβασε αποσπάσματα. Στη συνέχεια πήρε τον λόγο ο Γρηγόρης Παπαχρήστος, Πρόεδρος του Φεστιβάλ Ολύμπου, ο οποίος είπε χαρακτηριστικά: “ Είναι ένα μυθιστόρημα ηθικών επιλογών.

Οι ήρωες δεν καλούνται μόνο να επιβιώσουν. Καλούνται να αποφασίσουν ποιοι θέλουν να είναι. Και αυτό είναι πάντα το πιο δύσκολο ερώτημα. Γιατί σε περιόδους ειρήνης, ο άνθρωπος μπορεί να αναβάλει τις αποφάσεις του. Σε περιόδους κρίσης όμως, δεν έχει αυτό το περιθώριο.Τότε η επιλογή γίνεται στάση ζωής. Και η στάση ζωής γίνεται ταυτότητα. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφία του έργου.Η Πιερία δεν εμφανίζεται απλώς ως τόπος δράσης. Εμφανίζεται ως τόπος μνήμης. Τα «αγάννιφα» όρη της, όπως αποκαλεί η συγγραφέας τον Όλυμπο και τα Πιέρια , τα χωριά, οι διαδρομές, τα περάσματα προς τα Τέμπη, οι όχθες του Αλιάκμονα, λειτουργούν ως σιωπηλοί μάρτυρες της ανθρώπινης περιπέτειας. Ο τόπος εδώ δεν είναι φόντο. Είναι συνομιλητής της αφήγησης. Είναι φορέας ιστορίας. Είναι φορέας ταυτότητας. Και αυτό προσδίδει στο έργο μια βαθύτερη ελληνικότητα, όχι ως ιδεολογικό σχήμα αλλά ως βιωμένη εμπειρία χώρου. Παράλληλα, η μετατόπιση της αφήγησης στη Θεσσαλονίκη, στην Αλεξάνδρεια και στο Κάιρο, ανοίγει τον ορίζοντα του βιβλίου προς έναν ευρύτερο ιστορικό κόσμο. Η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ως απομονωμένος τόπος. Παρουσιάζεται ως μέρος ενός ευρύτερου γεωπολιτικού και πολιτισμικού δικτύου. Έτσι η προσωπική ιστορία μετατρέπεται σταδιακά σε συλλογική ιστορία. Και η συλλογική ιστορία επιστρέφει ξανά στον άνθρωπο. Ένα ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου είναι η γλώσσα της συγγραφέως.Η Φάνυ Κουντουριανού κινείται με άνεση ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη λυρική αποτύπωση. Χρησιμοποιεί μια γλώσσα που δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό, αλλά τη διείσδυση στο βίωμα. Οι περιγραφές της έχουν υλικότητα. Οι εικόνες της έχουν βάθος. Οι διάλογοί της έχουν σιωπές. Και πολλές φορές αυτές οι σιωπές λένε περισσότερα από τις λέξεις. Το βιβλίο δεν μιλά μόνο για τον έρωτα.Μιλά για την ελευθερία. Μιλά για την ανθρωπιά. Μιλά για την αλληλεγγύη. Μιλά για την αυτοθυσία. Αλλά μιλά και για τον φόβο, για τη σιωπή και για εκείνες τις δύσκολες στιγμές όπου ο άνθρωπος καλείται να αποφασίσει ποια στάση θα κρατήσει απέναντι στην Ιστορία. Το μυθιστόρημα αυτό είναι, πάνω απ’ όλα, ένα βιβλίο για την ελευθερία. Όχι την πολιτική ελευθερία μόνο. Αλλά την εσωτερική ελευθερία.Την ελευθερία να παραμένει κανείς άνθρωπος ακόμη και όταν όλα γύρω του τον ωθούν να γίνει κάτι άλλο.Γιατί, όπως πολύ εύστοχα υπενθυμίζει και η ίδια μέσα από την πορεία των ηρώων της,ο άνθρωπος δεν ορίζεται μόνο από όσα του συμβαίνουν, αλλά από τον τρόπο που επιλέγει να σταθεί απέναντί τους. Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο δεν εξαντλείται με την ανάγνωσή του. Επιστρέφει.Επιμένει.Συνομιλεί με τον αναγνώστη.Τον καλεί να θυμηθεί. Τον καλεί να σκεφτεί. Τον καλεί να αναρωτηθεί. Ανασύρει μια μνήμη. Αναδεικνύει μια εμπειρία.Και μας θυμίζει ότι ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές, ο άνθρωπος μπορεί να επιλέγει.Και μέσα από την επιλογή του να παραμένει ελεύθερος. Γιατί, όπως είπε ο στωικός φιλόσοφος Επίκτητος,κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος αν δεν είναι κύριος του εαυτού του”.
Όταν πήρε τον λόγο η ίδια η συγγραφέας, η φωνή της έμοιαζε να κουβαλά όλη τη διαδρομή του βιβλίου. Ευγνωμοσύνη, συγκίνηση, αλλά και εκείνη τη σιωπηλή βεβαιότητα πως η ιστορία της έχει ήδη βρει το δρόμο της μέσα στους άλλους. Αφού ευχαρίστησε το βιβλιοπωλείο Νέστωρ για τη φιλοξενία, τη Μάτα Κούρτη και τον Γρηγόρη Παπαχρήστο για τον συντονισμό και τον όμορφο λόγο του, είπε μεταξύ άλλων:
“Ο συγγραφέας γράφει για να επικοινωνήσει την ετερότητά του με τον Άλλον, να μοιραστεί το προσωπικό του κοίταγμα του κόσμου, θέλει να μεταδώσει την αλήθεια του. Η τέχνη της γραφής ασχολείται με το αίνιγμα της ύπαρξης, ανιχνεύει τα όρια του ανθρώπινου "είναι", σκιαγραφεί όλες τις πτυχές της ανθρώπινης καρδιάς, ερευνά τις αξίες, επαναπροσδιορίζει τη ζωή, βοηθά τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν το μεγαλείο που κρύβουν μέσα τους...
Και στο τέλος, καθώς οι λέξεις καταλάγιαζαν, έγιναν τοποθετήσεις και οι άνθρωποι πλησίαζαν για μια αφιέρωση, μια χειραψία, μια φωτογραφία, κάτι είχε ήδη συμβεί: το βιβλίο είχε φύγει από τα χέρια της δημιουργού του και είχε περάσει στις ζωές των αναγνωστών. Γιατί κάποια βιβλία δεν διαβάζονται απλώς. Κατοικούν στις ψυχές μας . Κι έτσι, το τελευταίο απόγευμα του Μαρτίου δεν έσβησε με το κλείσιμο των βιβλίων, αλλά έμεινε να αιωρείται, σαν ψίθυρος, σαν ανάμνηση, σαν υπόσχεση επιστροφής. Γιατί οι ιστορίες που γεννιούνται μέσα από τη φωτιά της Ιστορίας και την τρυφερότητα του έρωτα δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στις καρδιές εκείνων που τις άκουσαν, που τις διάβασαν, που αναγνώρισαν σε αυτές ένα κομμάτι του εαυτού τους.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο αληθινό μέτρο της λογοτεχνίας: να μένει. Να επιμένει. Να φωτίζει, ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές εποχές, εκείνη τη βαθιά, ανυπότακτη ανάγκη του ανθρώπου να αγαπά, να θυμάται και να παραμένει ελεύθερος.
Η Φάνυ Κουντουριανού Μανωλοπούλου γεννήθηκε και ζει στην Κατερίνη. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και δίδαξε ως φιλόλογος σε δημόσια Λύκεια της Κατερίνης. Συγχρόνως ασχολήθηκε με τη συγγραφή βιβλίων. Έχει γράψει οχτώ διηγήματα και πέντε μυθιστορήματα, τα περισσότερα μάλιστα βραβεύθηκαν σε πανελλήνιους διαγωνισμούς με πρώτα βραβεία. Το 1999 εκδίδει το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Ίδε παρρησία λαλεί (εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), Το 2000 γράφει το «Στους ρυθμούς της αγάπης» (εκδόσεις ΙΑΝΟΣ), Το 2003 τις «Σχέσεις στοργής, σχέσεις οργής» (εκδόσεις ΜΑΤΙ), Ακολουθεί, Το τάμα το 2004 (εκδόσεις ΜΑΤΙ) , Ενώ το 2008 «Ο γητευτής των ανθρώπων» (εκδόσεις ΑΡΜΟΣ), Το 2010 γράφει «Τη διαίσθηση» (Εκδόσεις ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ). Στη συνέχεια το 2015 γράφει «Τους πατριώτες» (εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ), Το 2017 «Το τραύμα» (εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ), 2019 «Το Μαναόνα Μαδαγασκάρη» (εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ). Επίσης το μυθιστόρημα “Ο Μικρός ιεραπόστολος”.

























Πρόσκληση φίλων