| Πως γράφω κριτική; | Είμαι Συγγραφέας | Είμαι Εκδότης | Είμαι Βιβλιοπώλης | Live streaming / Video |
Βιβλίο Τεφτέρια
Συγγραφέας Μανόλης Χατζηπαναγιώτου
Κατηγορία Διήγημα
Εκδότης Θεμέλιο
Συντάκτης-ρια Τόλης Αναγνωστόπουλος
Το διάβασες;
Πες τη γνώμη σου στο Bookia!
Βαθμολόγησε στο Bookia αυτό το βιβλίο και γενικά τα βιβλία που διαβάζεις!
Δώδεκα διηγήματα διαφορετικά μεταξύ τους, άλλα σε παλαιότερη άλλα στη σύγχρονη εποχή, ήρωες πρωτότυποι και άψογα κτισμένοι που αγωνίζονται να ανοίξουν ή να κλείσουν λογαριασμούς στα τεφτέρια τους.
Οι θύμησες, οι μνήμες του παρελθόντος είναι το κοινό γνώρισμα όλων των ιστοριών που τυλίγονται από το πέπλο της μελαγχολίας, του ανεκπλήρωτου και ανομολόγητου πάθους.
Μικρής έκτασης όλα, εύπεπτα, καλογραμμένα και καλά δομημένα μιλούν για τον έρωτα, την ξενιτιά, την ανταπόδοση του καλού, για απραγματοποίητα όνειρα, για τον πόνο από το χαμό κοντινών ανθρώπων, τον πόλεμο, την εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Οι ήρωές του, ατελείς, με τα θέματά τους, λόγω συγκυριών (προσωπικών, κοινωνικών και πολιτικών) είτε αποδέχονται τη μοίρα τους είτε αγωνίζονται να βρουν τη χαραμάδα και την ελπίδα ακόμα και όταν ο χρόνος έχει προχωρήσει πολύ για αυτούς. Είτε θα τα βρουν με τον εαυτό τους και τους γύρω τους ενημερώνοντας τα τεφτέρια τους είτε θα μείνουν στο περιθώριο γραμμένοι στα μαύρα τα κατάστιχα.
Η πλειοψηφία αυτών πάντως, μέσα στην καταχνιά θα ψάξει τις διαδρομές και τα δύσβατα μονοπάτια για να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό.
Στο πρώτο διήγημα τα «Τεφτέρια» ένας αστυνομικός λίγο πριν τη σύνταξη θα «καλύψει» ένα έγκλημα που συνδέεται με το παρελθόν της οικογένειάς του. Στην «Πλεξούδα», ο νέος δάσκαλος σε ένα χωριό ερειπωμένο από άνδρες θα περιμένει το ραντεβού της Τρίτης με την κοπέλα με την πλεξούδα που έρχεται και του καθαρίζει το σπίτι μέχρι να βρει το θάρρος να της πει να «αφήσει το κρεββάτι άστρωτο»..
Στη «Λουξ» ο συγγραφέας θα συνομιλήσει με το ζωγράφο Παναγιώτη Τέτση όταν αυτός καθημερινός παρατηρητής στη λαϊκή της Ξενοκράτους στο Κολωνάκι αντλεί έμπνευση για τη τα έργα του. Δεν αποκαλύπτεται για να μην χάσει τον αυθορμητισμό στα πρόσωπα που «παρακολουθεί» όσο και αν αυτό του δημιουργεί προβλήματα και καχυποψία από όλους. Στο “Marcia Funebre” ο «Αμλέτος», ο τρελός της πόλης, περιμένει για χρόνια ανταπόκριση από τον πρώτο του έρωτα, χτυπώντας τα πιατίνια στη Φιλαρμονική της Κέρκυρας. Άξιζε η αναμονή τελικά. Θα κλειστεί μέσω τρίτου το ραντεβού και ο Στέφανος Καβάσιλας θα αποκτήσει όνομα και σκοπό πάλι στη ζωή του. Ο Αντώνης με τη ζεστή του φιλοξενία κάθε χρόνο στα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα που έχει, στην «Οικογένεια Αουγκεντάλερ» πηγαίνει στη Γερμανία όπου περιμένει ανταπόδοση αυτής από τους Γερμανούς φίλους του. Άλλα ήθη και έθιμα άλλο κλίμα, άλλοι χαρακτήρες, θα τον προσγειώσουν ανώμαλα στην πραγματικότητα πριν απογειωθεί με το αεροπλάνο της επιστροφής για την Κρήτη. Ύψιστη πράξη ανταπόδοσης θα δούμε όμως στον «Αιμίλιο» όταν ο Σάλεχ-Σάββας θα πάει με το γιο του στην κηδεία του παλιού του εργοδότη-ευεργέτη στην Ελλάδα. Πρόσφυγας όταν πρωτοήρθε μετά από ταξίδι Γολγοθά για να γλιτώσει από εμπόλεμες ζώνες και εξευτελιστικές συμπεριφορές, βρήκε άλλες το ίδιο απάνθρωπες πριν τον περιμαζέψει ο Αιμίλιος. Τώρα γυρνώντας από Αγγλία πίσω στη χώρα θυμάται τα παλιά μα περισσότερο την καλοσύνη του ανθρώπου που τον έβγαλε από το βούρκο. Και όταν τον ρωτάνε πώς έχει βγάλει τον γιο του απαντά «Αιμίλιο».
Στα «Πλεχτά», η κυρα-Δόξα η δασκάλα του χωριού έχασε τα παιδιά της στον πόλεμο. Πλέον υπέργηρη κάθεται μέσα στην τάξη του άδειου από μαθητές σχολείου και πλέκει συνέχεια για τα «παιδούδια της». Πού και πού αφήνει κάποιο έτοιμο κασκόλ σε κάποιο θρανίο δήθεν πως το ξέχασε κάποιο από τα παιδιά…
Άδειο είναι και το καφενείο που επισκέπτονται ο Κολιός και ο Μπάτης, δυο ξαδέρφια από τη Μικρασία, έχοντας πλέον μοναδικό στόχο να πάει καλά το παστάλι (καπνά).
Στη «Λιβελούλα» σε μια στάση λεωφορείου μια σχέση που δεν υπάρχει πια, ψάχνει τη χαραμάδα για να ξανανθίσει. Θα κάνει άραγε το δύσκολο βήμα να πάει πιο κοντά ένας από τους πρωταγωνιστές ή θα φυσήξει ο Βαρδάρης όπως τραγουδά ο Παπάζογλου και θα πάει το δεσμό ακόμα πιο μακριά. Στις σουρεαλιστικές «Σταγόνες» έχουμε συνομιλία -συνεργασία ποιητών με ζωγράφους. Οι λογοτέχνες κλέβουν το νερό από τις θαλασσογραφίες των ζωγράφων για να αντλήσουν έμπνευση. Και στη «Φορταλέζα» ο καπετάν Σπύρος που δεν είναι καπετάνιος αλλά καφετζής διηγείται τις ιστορίες που ακούει από τους άλλους σαν δικές του. Δεν κατάφερε ποτέ να μπαρκάρει καθώς τα δικά του όνειρα γκρεμίστηκαν από πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες.
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Ο Μανόλης Χατζηπαναγιώτου καταθέτει πραγματικά ένα αξιοπρόσεκτο έργο στο πάντα απαιτητικό πεδίο της «μικρής φόρμας». Με ώριμη και κατασταλαγμένη γραφή, σωστή δομή, ιδανικό ρυθμό και με περίσσεια συναισθηματική δύναμη καταφέρνει να συγκινεί μιλώντας για τη λήθη, τον έρωτα, για αγάπη και αξιοπρέπεια. Οι ήρωές του (και αντιήρωες σα κάποιες περιπτώσεις) τοποθετούνται κατά βάση στο παρελθόν, σε έρημα χωριά και κτίσματα, μπορεί και σε πολύβουα μέρη αλλά βουτηγμένοι στη μοναξιά και την πετριά τους, αλλά θα ταυτιστείς μαζί τους γιατί ο συγγραφέας αναπαριστά εξαιρετικά το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό πλαίσιο με ηθογραφικές αναφορές, ντοπιολαλιές και μυρωδιές από αυτές τις παλαιότερες εποχές.
Προχωρά σε συγγραφικά ρίσκα και πρωτοτυπίες εμπλέκοντας στις ιστορίες του λογοτέχνες, στιχουργούς, ζωγράφους και ιστορικά πρόσωπα αλλά όλα μοιάζουν να του βγαίνουν γιατί έχει αυθεντικότητα, καλές προθέσεις, δεν το κάνει για συγγραφικό show-off αλλά για να περάσει τα μηνύματά του που είναι αγνά και εκλεπτυσμένα ειδικά στις εποχές που διανύουμε.
Πολλά συγχαρητήρια στο συγγραφέα.