Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
Το Bookia προτείνει...
...Λοξή λαογραφία
Συντάκτης-τρια:
Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

Είμαι Ποιήτρια-συγγραφέας, έχω γράψει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα. Συνεργάζομαι με το τοπικό τύπο αρθρογραφώντας για το βιβλίο και παρουσιάζω τις εκδηλώσεις του βιβλίου στον τοπικό τύπο. Είμαι ανταποκρίτρια του Bookia στη Κατερίνη και στην ευρύτερη περιοχή.

Όλγα Τσιλιμπάρη§ Όλγα Τσιλιμπάρη§
Η Όλγα Τσιλιμπάρη γεννήθηκε το 1960 στην Κέρκυρα, όπου ζει μόνιμα και δραστηριοποιείται κοινωνικά και πολιτικά. Είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Το βιβλίο της Κρυμμένη κυκλοφόρησε το 2022 από τις εκδόσεις Άπαρσις. (Πηγή: "Εκδόσεις Άπαρσις", 2024)... Περισσότερα...
έπαρσις
Βιβλίο Λοξή λαογραφία
Συγγραφέας Όλγα Τσιλιμπάρη§
Κατηγορία Διήγημα
Εκδότης έπαρσις
Συντάκτης-ρια Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη

ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ του βιβλίου στο «Βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ».


Το διάβασες;
Πες τη γνώμη σου στο Bookia!

Βαθμολόγησε στο Bookia αυτό το βιβλίο και γενικά τα βιβλία που διαβάζεις!

Μετά το πρώτο βιβλίο της «Κρυμμένη», από τις εκδόσεις Άπαρσις, ένα ιστορικό-πολιτικό αφήγημα που διατρέχει από την Καισαριανή του Μεσοπολέμου και την Εθνική Αντίσταση μέχρι την ΟΠΛΑ, τον Δημοκρατικό Στρατό, την προσφυγιά και την Ελλάδα μετά το ’80, μέσα από την ιστορία μιας ανώνυμης γυναίκας αγωνίστριας, ήρθε πρόσφατα η  «Λοξή λαογραφία», μια συλλογή διηγημάτων με κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα, πάλι από τις ίδιες εκδόσεις. 

Γιατί ο τίτλος «Λοξή λαογραφία»; Το βιβλίο της εκπαιδευτικού αλλά και μαχόμενης αγωνίστριας Όλγας Τσιλιμπάρη φαίνεται να επιδιώκει μια διαφορετική ματιά στη λαογραφία. Ίσως η ονομασία υποδηλώνει ότι δεν θέλει να ακολουθήσει την τυπική ή ορθή μέθοδο καταγραφής, αλλά να καταγράψει στιγμές, ιστορίες και παρατηρήσεις με μια πιο προσωπική, παράξενη ή πλάγια οπτική, που της επιτρέπει να δώσει έμφαση στο μερικό, στο υποκειμενικό και στο ιδιόμορφο, αντί για μια ορθολογική, αντικειμενική καταγραφή. 

Στη λαχτάρα για μια κοινωνία ελεύθερων και ίσων, σε κάθε μικρή ή ηχηρή χειρονομία αντίστασης του σήμερα, η φωνή της συγγραφέως αναγνωρίζει τα σημεία κατατεθέν μιας εποχής που δοκιμάζεται. Μιας εποχής που υποφέρει συχνά βουβά, γιατί της λείπει το μεγάλο συλλογικό Όνειρο που θα μπορούσε να τη συγκροτήσει. Εκεί, στα ίχνη αυτής στέρησης και στους σπασμούς μιας κοινωνίας που μαθαίνει ξανά να επιθυμεί, η συγγραφέας ανιχνεύει και τις δικές της αφανείς ρωγμές, τις αιτίες που την άφησαν κάποτε μισή, όπως γράφει σε ένα διήγημά της. Ας πάρουμε όμως τα διηγήματα που περισσότερο ξεχώρισα και μίλησαν στην ψυχή μου. 

Στο διήγημα Σινεμά Όασις μας δείχνει πώς η ιδιοτέλεια και η μικροεξουσία στο προσωπικό επίπεδο αντικατοπτρίζουν πολιτικές και ιδεολογικές συνέχειες. Οι μικρές ιστορίες της καθημερινότητας γίνονται καθρέφτης της κοινωνίας. Η ιδιωτική ηθική είναι πάντα πολιτική, και τίποτα δεν είναι αθώο.  Στο Kino Eye, που είναι μια κινηματογραφική τεχνική, μια καλλιτεχνική κίνηση του πρωτοπόρου Σοβιετικού σκηνοθέτη Βερτόφ, το διήγημα δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς. Αντίθετα, η λιτή και παρατηρητική γραφή του δημιουργεί ένα αίσθημα νοσταλγίας και ταυτόχρονα επείγουσας ανάγκης για συλλογική πολιτιστική αφύπνιση. Η Τσιλιμπάρη αναδεικνύει τη δύναμη της τέχνης και της νεανικής φαντασίας ως τρόπου αντίστασης και χειραφέτησης, ενώ αφήνει τον αναγνώστη με το ανοιχτό ερώτημα: πότε θα ξαναέρθει η άνοιξη που όλοι ονειρευόμαστε; 

Στο διήγημα «Έτσι τα σπάνε», η ενδοοικογενειακή βία αποκαλύπτεται μέσα από τη ζωή των γυναικών που ζουν υπό τον έλεγχο των «αγάδων», οι οποίες καθορίζουν τον αριθμό των παιδιών, τον λόγο και τη συμπεριφορά τους. Όμως έρχεται η στιγμή που οι γυναίκες ανακτούν τον έλεγχο της ζωής τους και «τα σπάνε». 

Σε άλλα διάσπαρτα διηγήματα μέσα στη συλλογή, η συγγραφέας αποτυπώνει τις συλλογικές μάχες των εκπαιδευτικών, που μέσα από απεργίες και επιτροπές διεκδικούν το δικαίωμα των παιδιών του λαού στη δημόσια και δωρεάν παιδεία, αναδεικνύοντας την κοινωνική ευθύνη πίσω από κάθε μορφωτικό αγώνα, αναδεικνύεται η συνέχεια των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, από την οικογένεια έως το σχολείο και η διαλεκτική ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό, στη βία και την αντίσταση, στον φόβο και τη δράση. Στο διήγημα «Επειδή η ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση» προχωρά βαθύτερα στο ηθικό και υπαρξιακό πεδίο των εκπαιδευτικών. Οι ήρωες κρίνουν καθημερινά τη δράση τους, μετρούν την αποτελεσματικότητα και τη συνέπειά τους, γιατί «η ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση και ποτέ το αντίστροφο». Γράφει: “Η στάση του ανθρώπου, είτε υποτάσσεται είτε αντιστέκεται, καθορίζει την προσωπική και κοινωνική του αξιοπρέπεια. Οι φοβισμένοι που σκύβουν το κεφάλι δεν γεννήθηκαν έτσι ούτε είναι προορισμένοι να παραδοθούν. Αντιθέτως, η ιστορία διδάσκει πως η συνείδηση και η πράξη μπορούν να σπάσουν τα δεσμά της φόβου, της μιζέριας και των «πέτρινων χρόνων». 

 Στο διήγημα Η βαλίτσα διακρίνεται η αίσθηση του χαμένου χρόνου: «Τι τα θες, μ’ αυτά εμάθαμε να ζούμε… και τελικά, δεν εζήσαμε τη ζωή μας την ίδια». Η φωνή της αφήγησης υπενθυμίζει πως η ζωή κυλάει σαν νερό και συχνά οι επιλογές μας είναι περιορισμένες, γεμάτες παραμύθια και συμβάσεις. 

Στο διήγημα Κι είναι το πέρασμα σας όλο φως, μετατοπίζει το βλέμμα στην Αντίσταση και τη δημιουργία, αλλά όχι μέσα από ηρωικά ιδεώδη. Το μεγαλύτερο εργαστήρι κατοικείται από τις ανθρώπινες γενιές, που πλουτίζουν την ιστορία με τις ανάσες, τους ήχους, τα χρώματα και τις αγκαλιές τους. Η αντίσταση δεν είναι ιδανική, είναι ανθρώπινη, καθημερινή, συλλογική. Στο διήγημα Μαθητές σε καραντίνα, η συγγραφέας επιστρέφει στο παρόν, ξυπνώντας μνήμες της εποχής του COVID. Η τηλεκπαίδευση, η τηλεργασία και τα ψυχολογικά προβλήματα που αναδύθηκαν μέσα από αυτή τη δοκιμασία, φανερώνουν πόσο η μοναξιά και ο φόβος δοκιμάζουν τη ζωή και την ψυχή του ανθρώπου. Καταγράφει την ανθρώπινη εμπειρία με αμεσότητα και στοχασμό. Ο χρόνος, οι κοινωνικοί ρόλοι, οι ιστορικές συγκυρίες και οι κρίσεις αναδεικνύονται ως πεδία διαπραγμάτευσης για την ελευθερία, την αντίσταση και την καθημερινή δημιουργία. Η αφήγηση δεν ψυχραίνει τη ζωή· αντίθετα, την αναγνωρίζει σε όλες τις αντιφάσεις της, στις απώλειες, στον φόβο και στις μικρές στιγμές της χαράς και της επαφής. Η συγγραφέας σεργιανίζει νοερά τον αναγνώστη στα σινεμά των Εξαρχείων αλλά και τις γειτονιές της Αθήνας, για να καταστήσει τον αστικό χώρο ως φορέα μνήμης. Η πόλη λειτουργεί ως παλίμψηστο ιστορικών στρωμάτων. Από την εποχή των Χιτών, την ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ και την αντιστασιακή ομάδα «Λόρδος Μπάυρον», τον συνθέτη Ιάνη Ξενάκη, μέλος της ΕΠΟΝ που τραυματίστηκε από θραύσμα, και αργότερα τον Καλτεζά που σκοτώθηκε από αστυνομικό, το διήγημα μπλέκει παλαιότερες και νεότερες στιγμές πολιτικής βίας και αντίστασης, δείχνοντας πώς η μνήμη δεν είναι στάσιμη αλλά ενυπάρχει στον τόπο, ενεργοποιώντας τον αναγνώστη ως αυτόπτη μάρτυρα μιας ιστορίας που επιμένει να μην κλείνει. 

Σε άλλο διήγημα διαβάζουμε: “Ο αγώνας αυτός όχι για της γης τους κολασμένους αλλά με της γης τους κολασμένους μας θέλει ολοκληρωτικά δοσμένους. Εδώ ο αγώνας επανατοποθετείται: δεν γίνεται «για» κάποιους άλλους, αλλά μαζί με εκείνους που υφίστανται την καταπίεση. Η αντικατάσταση της πρόθεσης μετατοπίζει την πολιτική από την αντιπροσώπευση στη συμμετοχή, καταργώντας την ιεραρχία ευεργέτη–ωφελούμενου. Και η φράση «μας θέλει ολοκληρωτικά δοσμένους» επισημαίνει ότι η δέσμευση δεν μπορεί να είναι συμβολική ή μερική, αλλά υπαρξιακή. Πρόκειται για μια θέση που αναγνωρίζει ότι ο μετασχηματισμός δεν γίνεται για λογαριασμό των άλλων, γίνεται μαζί τους, ή δεν γίνεται καθόλου. 

“Σ’ αυτόν τον κόσμο όπως κατάντησε από τους απροσάρμοστους θα βγει η ελπίδα. Κι από αυτούς που είναι σαν κι εμένα τους πολιτικοποιημένους που λέγαμε τότες κι από τους άλλους τους πιο γρέτζους. Της γης τους κολασμένους που περπατούν στα σκοτεινά. Αρκεί να μείνει ακόμη η σπίθα μες τα αποκαίδια για όσο χρειαστεί. Έτσι για νά’ χουμε σκοπό να ζούμε”  Το κομμάτι αυτό δίνει φωνή σε μια αισιόδοξη αλλά όχι αφελή πίστη. Ότι η ελπίδα δεν θα έρθει από τους προσαρμοσμένους ούτε από τα κέντρα της εξουσίας, αλλά από τους «απροσάρμοστους», από όσους μένουν στο περιθώριο, από τους πολιτικοποιημένους της εποχής κι από τους «γρέτζους», τους τραχείς, τους ακατέργαστους «κολασμένους» της πόλης που περπατούν στα σκοτεινά. Η εικόνα της «σπίθας μέσα στα αποκαΐδια» κρατά την υπόσχεση μιας συνέχειας. Όσο η σπίθα επιμένει, υπάρχει λόγος να ζούμε και να αγωνιζόμαστε. Δεν πρόκειται για ρομαντική ουτοπία, αλλά για το ελάχιστο αναγκαίο υπόλοιπο, μια μικρή, σχεδόν υλική ποσότητα φωτός που επιτρέπει να νοηθεί μέλλον. Στο απόσπασμα “Τα όνειρά σου ποτέ δεν καταδικάζονται ποτέ μονάχα τους σε θάνατο. Εσύ είσαι ο δημιουργός, εσύ είσαι ο κηπουρός, εσύ ο δικαστής, εσύ ο δολοφόνος. Κι άλλος κανείς” ο λόγος στρέφεται από τον συλλογικό αγώνα στην εσωτερική ευθύνη. Τα όνειρα δεν εκτελούνται ποτέ «μόνα τους», χρειάζονται χέρι που θα τα καλλιεργήσει ή θα τα σκοτώσει. Η μετατόπιση στο δεύτερο πρόσωπο «εσύ» ορίζει έναν κύκλο κυριαρχίας. Ο ίδιος άνθρωπος είναι ταυτόχρονα δημιουργός, κηπουρός, δικαστής και δολοφόνος των ονείρων του. Δεν υπάρχουν εξωτερικοί θύτες που αναλαμβάνουν την καταστροφή. Η ευθύνη είναι αδιαίρετη και εσωτερική. Το σχόλιο λειτουργεί σχεδόν υπαρξιακά γιατί δεν υπενθυμίζει απλώς την ελευθερία, αλλά και το κόστος της. 

“Και τα μαντίλια δηλαδή τα σύμβολα, ποτέ δεν κάνουν δουλειά από μοναχά τους. Οι άνθρωποι γυρνούν τον τροχό ή προς τα εδώ ή προς τα εκεί. Αν έχουν και μαντίλι , σκουπίζουν τον ιδρώτα. Ή και τα αίματα” Εδώ το διήγημα απομυθοποιεί τα σύμβολα. Το μαντίλι δεν κάνει τίποτα από μόνο του, όσο φορτισμένο κι αν είναι. Η δύναμή του εξαρτάται από τους ανθρώπους που κινούν τον τροχό της ιστορίας, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Το μαντίλι υπηρετεί τότε μια ανάγκη. Σκουπίζει ιδρώτα όταν η προσπάθεια είναι δημιουργική, και αίματα όταν η σύγκρουση γίνεται βίαιη. Στο τέλος, η πολιτική δεν ανήκει στα σύμβολα αλλά στους ανθρώπους που τα ενεργοποιούν.  Στο τέλος της συλλογής, το γλωσσάρι λειτουργεί ως κλειδί ανάγνωσης. Οι λέξεις προέρχονται από την κερκυραϊκή ντοπιολαλιά και τα καλιαρντά δεν είναι απλώς γλωσσικές ιδιοτροπίες αλλά ίχνη πολιτισμικών διαδρομών. Η παράθεση ιστορικών αναφορών συμπληρώνει το πλαίσιο των διηγημάτων, συνδέοντας τη γλώσσα με τα βιωμένα γεγονότα. Από τους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και της δικτατορίας, μέχρι τον ακτιβιστή Τζάκι Κωστόπουλο, η Τσιλιμπάρη ξυπνά μνήμες που λειτουργούν σαν γρανάζια για να προχωρήσουμε. Σε τούτη τη συλλογή, ο αναγνώστης δεν μένει θεατής, αλλά αποκτά πρόσβαση σε ένα σύμπαν όπου η ταυτότητα, η μνήμη και η ιστορία ζωντανεύουν μέσα από λέξεις που κουβαλούν ζωή. Καλοτάξιδο να είναι!

``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα