ΟΔΥΣΣΕΑΣ Στων σπηλιών σου τους κόλπους, θεά, υδρατμοί αναδύονται, μυρωδιά νυχτολούλουδου και αναθυμιάσεις θείου. Κι εγώ, αμφίβιο που κολυμπά στις βάθρες των χυμών σου. Στα απαλά σου στήθη, θηλαστικό που γεύεται το πρώτο γάλα της ζωής. Και στων χειλιών σου τη φωτιά, αγριεμένο σύννεφο, τη διψασμένη γη σου ραντίζω.
ΚΑΛΥΨΩ Κάνε με εταίρα σε έναν ξενώνα στους Δελφούς, θυμωμένη μαινάδα στην Αρκαδία, και γίνε κάπρος άγριος που με θηλάζει με μανία. Γίνε θυσία στου ομφαλού μου το βωμό προτού δεχτώ τον καρπό της συνουσίας.
Κοίταξέ με. Το βλέμμα μου πάνω σου απλώνεται σαν τον ιστό της αράχνης. Σε παγιδεύει ανεπαίσθητα, μες τη γλυκιά του μέθη, μα σε κρατά στη ζωή. Είναι το αιχμηρό και αιθέριο βέλος του έρωτα. \'Οσο πιο βαθιά σε τέμνει, τόσο περισσότερο μεθάς. Τόσο περισσότερο πεθαίνεις.
Άσε την κόρη του ματιού σου να ταυτιστεί με την κόρη μου. Την Κόρη του Άδη. Εκείνη που ταξίδεψε βαθιά μες στο σκοτάδι για να επιστρέψει στη Γη και να φέρει την άνοιξη. Μείνε εκεί, στην κόρη μου, διαπέρασέ την. Ώσπου να βγεις στην άλλη πλευρά, εκεί όπου αίρεται ο νόμος της βαρύτητας. Και αναστέναξέ με, αργά, να ακούω τη θέρμη της ανάσας σου καθώς σαν τόξο θα τεντώνεις το κορμί μου.
Μπες μέσα μου, θνητέ, βαθιά, ώσπου να αγγίξω τα εσώτερά σου. Και άκουσέ με να βελάζω σαν κριάρι λευκό στους γκρεμούς του τρελού έρωτά σου.
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.