Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                  ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
Το Βιβλίο στη Βιβλιοθήκη μου
Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου
Βιβλίο Αγγλόφωνη πεζογραφία (Αίγυπτος) - Μυθιστόρημα >> Ερωτική λογοτεχνία >> Κινηματογραφικές ταινίες >> Κυκλοφορεί
Για να γράψετε και εσείς την κριτική σας για αυτό το βιβλίο, πρέπει πρώτα να συνδεθείτε.
Σύνδεση Τώρα

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
15-02-2019 17:09
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Πλούσια πλοκή
Κατά  


«Ωστόσο όλες αυτές οι ώρες είχαν στιγματιστεί από τον φόβο, λες και ο φόβος ήταν ένα βλοσυρό φάντασμα, ή ένα παράξενο, χαμένο πουλί παγιδευμένο στη μικρή μας πόλη, το καπνισμένο φτερό του οποίου έβαφε κάθε ζωντανό πλάσμα με μια σκιά που δεν θα ξεπλενόταν ποτέ. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που φοβόμουν, ούτε γιατί ανησυχούσα τόσο πολύ, ούτε τον λόγο που αυτό το πλάσμα μπορούσε κάποιες φορές να εμπνεύσει έναν φόβο κοντινό στην ελπίδα, ή, όπως η ελπίδα τις πιο σκοτεινές στιγμές, να φέρει τόση χαρά, τόση εξωπραγματική ευδαιμονία, ευδαιμονία ωστόσο με ένα δόκανο από κάτω. Το καρδιοχτύπι μου όταν τον έβλεπα να εμφανίζεται απροειδοποίητα με συνάρπαζε και με τρομοκρατούσε.»

Ο Έλιο είναι ένας δεκαεπτάχρονος στο κατώφλι της ενηλικίωσης. Ο Όλιβερ είναι ένας νεαρός ερευνητής, φιλοξενούµενος για το καλοκαίρι στο σπίτι των γονιών του Έλιο. Μέσα από αυτή τους συγκατοίκηση θα έρθουν αρκετά κοντά και θα αφεθούν να ζήσουν ένα αιφνίδιο και συνάμα παράφορο ειδύλλιο που θα τους οδηγήσει σε έναν έρωτα άδολο και ειλικρινή αλλά και εκρηκτικό παράλληλα με φόντο την Ιταλία της δεκαετίας του ’80. Και οι δυο τους είναι απροετοίμαστοι για τις συνέπειες αυτής της αμοιβαίας έλξης όπου οι ατέλειωτες καλοκαιρινές μέρες, οι εικόνες, οι μυρωδιές και οι γεύσεις της Ιταλικής υπαίθρου θα τους παρασύρουν σε εναλλασσόμενα ρεύματα εμμονής, σαγήνης και πόθου. Θα αψηφήσουν τους κινδύνους και θα συγκλίνουν προς κάτι που ναι μεν φοβούνται αλλά θα ζήσουν ψυχή τε και σώματι δίνοντας τους την ευκαιρία να βιώσουν και κάτι άλλο που δεν θα ξαναβρούν ποτέ… Αυτήν την απόλυτη σύνδεση με έναν άλλο άνθρωπο.

Το «Να με φωνάζεις με το όνομα σου» είναι μια ωδή στον έρωτα. Στον έρωτα που δεν γνωρίζει σύνορα, αναστολές ή προκαταλήψεις και δίνεται απλόχερα ταράζοντας τον εσωτερικό σου κόσμο, όλο σου το είναι. Είναι όμως και μια ιστορία ενηλικίωσης ενός νεαρού που ψάχνει να αυτοπροσδιορίσει τον εαυτό του στον κόσμο αλλά και να ανακαλύψει τη σεξουαλική του ταυτότητα. Ένα τρυφερό ανάγνωσμα και ένας χείμαρρος συναισθημάτων που κατακλύζουν τον αναγνώστη καθώς περνούν οι σελίδες. Είναι από εκείνα τα βιβλία που συνεχίζεις να διαβάζεις ακατάπαυστα μαγεμένος από την λυρική γραφή που σε τυλίγει αλλά θες να το πας και λίγο πιο αργά γιατί απλά δεν θες να τελειώσει…

«Ήθελα να είμαι σαν εκείνον; Ήθελα να είμαι αυτός; Ή μήπως ήθελα απλώς να τον έχω; Μήπως το «είμαι» και το «έχω» δεν είναι παρά εντελώς ανακριβή ρήματα σε σχέση με το μπερδεμένο κουβάρι του πόθου, όπου το να έχεις το σώμα κάποιου για να μπορείς να το αγγίξεις και το να είσαι αυτός ο κάποιος τον οποίος ποθείς να αγγίξεις είναι το ένα και το αυτό, αντικριστές όχθες σε ένα ποτάμι που περνάει από εμάς προς εκείνους, κι έπειτα πίσω σε εμάς και πάλι σε εκείνους, σε τούτη την αέναη κυκλοφορία όπου οι θάλαμοι της καρδιάς, όπως οι κατασκευές του πόθου και οι σκουληκότρυπες του χρόνου, και το συρτάρι με διπλό πάτο που αποκαλούμε ταυτότητα μοιράζονται τη λογική μιας σαγήνης σύμφωνα με την οποία η πιο σύντομη απόσταση μεταξύ της αληθινής ζωής και της ζωής που δεν ζήσαμε ανάμεσα σ’ αυτό που είμαστε και σ’ εκείνο που επιθυμούμε, είναι μια στριφογυριστή σκάλα σχεδιασμένη με τη διεστραμμένη σκληρότητα του M.C. Escher.» 

Ένα βιβλίο που θες να το διαβάζεις αργά για να βυθιστείς στις σκέψεις του Έλιο και στην έκρηξη των συναισθημάτων του αλλά και ταυτόχρονα να σε παρασύρει αυτή η απόλυτη σύνδεση του με τον Όλιβερ που τον κάνει έρμαιο της κάθε του κίνησης, της κάθε του σκέψης, του κάθε του αγγίγματος, της κάθε του ματιάς. Ένα βιβλίο που μιλάει για εκείνο το απόλυτο δόσιμο στον έρωτα που σε φέρνει στα όρια της παράνοιας και η κάθε σου ανάσα, η κάθε σου σκέψη, η κάθε σου λέξη αφορά αυτόν και μόνο αυτόν που κάνει όλους τους άλλους γύρω σου απλά να εξαφανίζονται, να μην υπάρχουν. Σαν να είστε μόνο δύο άνθρωποι σε ολόκληρη τη γη. Και σου δημιουργεί εκείνο το αίσθημα του να θες να γνωρίσεις τον άλλο μέχρι το πιο κρυφό του σημείο, να οικειοποιηθείς το σώμα του και το μυαλό του, να χαθεί ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου και να γίνετε ένας άνθρωπος,  ένα σώμα, μια ψυχή…

Η γραφή του Andre Aciman σε παρασύρει πραγματικά. Ακόμα και το πιο πρόστυχο κομμάτι, γιατί υπάρχει και αυτό μέσα στο βιβλίο, το βγάζει με μια τρυφερή γλύκα – όσο απίστευτο και αν ακούγεται αυτό – που δεν σε ξενίζει, δεν σε σοκάρει, δεν σε κάνει να κλείσεις το βιβλίο.

Αν όλο αυτό δεν μεταφράζεται ως ο απόλυτος έρωτας πραγματικά δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είναι. Θα είναι η πρώτη φορά, μάλιστα, που θα συστήσω σε βιβλιόφιλους να δουν πρώτα την ταινία – και ας έχει περισσότερες λεπτομέρειες το βιβλίο – και μετά να το διαβάσουν για να κάνουν εικόνα ορισμένες σκηνές στο μυαλό τους. Πιστέψτε με θα είναι μια εξαιρετική αναγνωστική εμπειρία.

«Πότε άραγε μας είχαν χωρίσει, εσένα κι εμένα, Όλιβερ; Και γιατί εγώ το γνώριζα, ενώ εσύ όχι; Είναι άραγε το σώμα σου αυτό που επιθυμώ όταν σκέφτομαι ότι ξαπλώνω δίπλα σου κάθε βράδυ, ή θέλω απλώς να τρυπώσω μέσα του και να το ιδιοποιηθώ, όπως έκανα όταν φόρεσα το μαγιό σου και το έβγαλα πάλι, ποθώντας όπως δεν είχα ποθήσει τίποτα σε όλη μου τη ζωή εκείνο το απόγευμα, να σε νιώθω να εισχωρείς μέσα μου σαν το σώμα μου ολόκληρο να ήταν το μαγιό σου, το σπίτι σου; Εσύ μέσα μου, εγώ μέσα σου…»

Μια βαθιά εξομολογητική καταγραφή των σκέψεων του Έλιο γύρω από όλα όσα αισθάνεται και ίσως του φαίνονται πρωτόγνωρα που μας κάνει να νιώθουμε ότι διαβάζουμε στα κρυφά ένα ημερολόγιο που βρήκαμε στη σκονισμένη μας σοφίτα. Η δύναμη που κρύβει μέσα του το «Να με φωνάζεις με το όνομα σου»  είναι όλος αυτός ο χείμαρρος συναισθημάτων, αμφιβολιών, αναζήτησης, αποριών, αναγνώρισης που βγαίνουν προς τα έξω και κατακλύζουν τον αναγνώστη. Μπορεί οι πρωταγωνιστές να ήταν άτομα διαφορετικού φύλου αλλά με μεγάλη διαφορά ηλικίας ή διαφορετικού χρώματος αποδεικνύοντας σου ότι ο έρωτας δεν γνωρίζει όρια.

Το να βρεις τον άνθρωπο που θα συνδεθείς απόλυτα μαζί του δεν πάει με βάση το φύλο σου και το φύλο του. Πάει με βάση το τι βγάζει ο άλλος από μέσα σου, τι συναισθήματα σε κάνει να αισθανθείς. Είναι αυτό που λέμε η αδελφή ψυχή σου! Και συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτου φύλου, καταγωγής ή χρώματος. Ακόμα και αυτές οι σχέσεις μπορούν να είναι τόσο δυνατές. Και το βιβλίο βγάζει ακριβώς αυτό προς τα έξω. Βγάζει αυτή την τόσο δυνατή σχέση δύο ανθρώπων που ξεπερνούν τα πάντα για να είναι μαζί. Έστω και στο λίγο χρονικό διάστημα που τους διατίθεται.

«Μισούσα τον εαυτό μου που ένιωθα τόσο αδύναμος, τόσο τέλεια αόρατος, τόσο ερωτοχτυπημένος, τόσο ανώριμος. Πες κάτι, άγγιξε με επιτέλους, Όλιβερ. Κοίταξε με για όση ώρα χρειάζεται ώστε να δεις τα μάτια μου να βουρκώνουν. Χτύπα την πόρτα μου μέσα στη νύχτα, για να δεις οτι την έχω αφήσει μισάνοιχτη για χάρη σου. Μπες μέσα. Έχω πάντα χώρο στο κρεβάτι μου…»

Ένα βιβλίο που πραγματεύεται και θίγει με ιδιαίτερη ευαισθησία ένα κομμάτι του εαυτού μας που ίσως το επεξεργαζόμαστε με λίγη καχυποψία και προκατάληψη αλλά ο Aciman σέβεται απόλυτα τον αναγνώστη που έχει απέναντι του παρουσιάζοντας του απλά δύο ανθρώπους που καταφέρνουν να βρουν ο ένας τον άλλον μέσα από την αναζήτηση του εγώ τους.

Ένα παθιασμένο ανάγνωσμα γεμάτο με μια διάχυτη λαχτάρα μέσα σε έναν χώρο που πλημμυρίζει από μουσική, ποίηση, λογοτεχνία και μια ξεχωριστή συναισθηματική νοημοσύνη ταξιδεύοντας μας στην ανεμελιά μιας αλλοτινής καλοκαιρινής ραστώνης. Πόσο ωραίο είναι να αφήνεσαι στην αγάπη, στον έρωτα αλλά και στην ομορφιά της ζωής…

«Αν υπάρχει πόνος, φύλαξέ τον, κι αν υπάρχει φλόγα, μην την πνίξεις, μην είσαι βάναυσος μαζί της. Ξεριζώνουμε τόσα πολλά απ’ τους εαυτούς μας για να γιατρευτούμε γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει, που μέχρι τα τριάντα έχουμε ξοφλήσει, και έχουμε να δώσουμε όλο και λιγότερα σε κάθε νέα σχέση. Η απόσυρση είναι φριχτό πράγμα όταν σε κρατά ξάγρυπνο τη νύχτα, και το να μας ξεχνάνε πιο σύντομα απ’ ότι θα θέλαμε να ξεχαστούμε είναι εξίσου σκληρό. Αλλά πόσο κρίμα να μην αφήνεσαι να νιώσεις, μόνο και μόνο για να μη νιώσεις τίποτα.»

Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

  5
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
16-12-2018 10:08
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο
Κατά  
Για έξι εβδομάδες κάθε καλοκαίρι οι γονείς του Έλιο φιλοξενούν στο σπίτι τους κάπου στην Ιταλία νεαρούς μεταπτυχιακούς φοιτητές για να επιμελείται ο πατέρας του, καθηγητής πανεπιστημίου, τα χειρόγραφά τους πριν από την τελική τους δημοσίευση. Εκείνο το καλοκαίρι θα έρθει ο Όλιβερ, ένας άνθρωπος εντελώς διαφορετικός από τους άλλους και γοητευτικός μ’ έναν απροσδιόριστο τρόπο. Έτσι, ο Έλιο θα νιώσει τον έντονο και ταυτόχρονα σκληρό έρωτα να τον αρπάζει βίαια από το χέρι και να τον οδηγεί στην ενηλικίωση.

Το μυθιστόρημα περιγράφει τον έρωτα ανάμεσα σε δύο άντρες που ακόμη πειραματίζονται με τη σεξουαλικότητά τους (ο νεότερος ίσως -κατά τον Όλιβερ- να το βλέπει ως «γέλιο και χαρά», ο μεγαλύτερος φοβάται την αλήθεια) και καταφέρνει από την αρχή να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη με την παραστατική ατμόσφαιρα του ανέμελου καλοκαιριού της Ιταλίας και με τους ευρηματικούς επιθετικούς προσδιορισμούς που δε διστάζει να σκορπίσει ο συγγραφέας στις σελίδες. Από την αρχή ως το τέλος το κείμενο είναι φρέσκο και διαφορετικό, με εκπληκτικές παρομοιώσεις, με λυρικές μεταφορές, με λεπτοδουλεμένη παρουσίαση των συναισθημάτων, κυρίως του Έλιο και με μια εξαιρετικά διαφορετική εστίαση και ματιά πάνω σε μια τέτοια ερωτική ιστορία. Έχω κουραστεί να διαβάζω σε ερωτικά ή κοινωνικά μυθιστορήματα για (νανο) μόρια, (τεταρτη) μόρια, για πολιορκητικούς κριούς που μπαίνουν αβίαστα και ντούρα στα απόρθητα κάστρα γυναικών, έχω συναντήσει λογιών λογιών παρομοιώσεις ή ρεαλιστικές σκηνές, όλα αυτά όμως δεν ταιριάζουν στο μυθιστόρημα του Αντρέ Ασιμάν.

Από την άλλη τα ελάχιστα σκηνικά ωμών περιγραφών που υπάρχουν είναι εκεί για να δείξουν την ένταση του πάθους, την κορύφωση του αισθήματος και την πίεση που βρήκε επιτέλους διέξοδο. Παραδέχομαι πως κάποιες φορές ήμουν έτοιμος να αλλάξω γνώμη γι’ αυτά που έγραψα στην προηγούμενη παράγραφο, η ποιότητα όμως της γραφής είναι τέτοια που δε φτηναίνει τις ερωτικές συνευρέσεις ούτε περιγράφει τα γεγονότα μόνο για να προκαλέσει και να διεγείρει. Μάλιστα, η περιβόητη σκηνή με το ροδάκινο ήταν η πιο δύσκολη για τα όρια μου σκηνή, με αποκορύφωμα τα αισθήματα του ίδιου του φρούτου που δίνονται με μια λεπτή νότα χιούμορ, κάτι που έσωσε την κατάσταση: «…σκεπτόμενος τους πάντες και κανέναν, συμπεριλαμβανομένου του καημένου του ροδάκινου, που δεν είχε ιδέα τι του συνέβαινε εκτός απ’ το ότι έπρεπε να πάει με τα νερά μου, και στο τέλος ίσως να του αρέσει κι εκείνου λιγάκι» (σελ. 197).

Ο Έλιο λοιπόν, που είναι και ο αφηγητής της ιστορίας, παρατηρεί τους καρπούς, τα δάχτυλα, τον λαιμό του Όλιβερ και τα συναισθήματα που νιώθει να φουντώνουν μέσα του και να τον παρασέρνουν σε ένα δύσβατο μονοπάτι γεννιούνται μέρα με την ημέρα, κίνηση με την κίνηση, όχι εγωιστικά ή επιφανειακά. Δεν έχουμε δηλαδή επέλαση γεγονότων, ματιές-επιθυμία-φύγαμε! Αλλά τμηματική εξερεύνηση, αναγνώριση, ακόμη και φόβους ή αγωνία για το «αν», αυτό τον άτιμο σύνδεσμο. Ο Έλιο πάντα ποθούσε τους άντρες κι ας είχε πάει και με γυναίκες, όπως παραδέχεται ο ίδιος. Η άφιξη του Όλιβερ σηματοδοτεί κάτι εντελώς καινοφανές στην ήρεμη σχετικά ως τότε ζωή του: ο έρωτας δημιουργείται ανάμεσά τους ως αποτέλεσμα ενός άσκεφτου ή αθώου παιχνιδιού βλεμμάτων, προκλήσεων, αγγιγμάτων, νευμάτων. Κινήσεις που προετοιμάζουν το έδαφος για το επόμενο βήμα, χωρίς όμως αυτό να έρχεται αμέσως και γρήγορα. Είναι ένα παιχνίδι γάτας και ποντικού ανάμεσα σε δύο σώματα που αγωνίζονται να εξερευνήσουν τη γύρω περιοχή πριν προχωρήσουν στην απαγορευμένη ζώνη.

Από νωρίς παγιδεύτηκα στη δύναμη των αισθημάτων κυρίως του Έλιο και την απελπισία που ένιωθε όποτε ο πόθος του τον πλησίαζε αλλά δεν τον προσέγγιζε. Κάθε λέξη του ήταν και μια κραυγή για τον χρόνο που περνούσε, για το χάδι που δεν ερχόταν. Η ματιά του νεαρού δίνει μια άλλη διάσταση στον λογοτεχνικό όρο «περιγραφή»: «Θα μπορούσα να είχα αρνηθεί τόσα πράγματα -ότι ποθούσα να αγγίξω τα γόνατά του και τους καρπούς του όταν έλαμπαν στον ήλιο με εκείνη την πηχτή γυαλάδα που είχα δει σε τόσο λίγους, ότι λάτρευα τον τρόπο που τα λευκά σορτσάκια του τένις έμοιαζαν διαρκώς λεκιασμένα από το χρώμα του πηλού, το οποίο, καθώς οι εβδομάδες περνούσαν, έγινε το χρώμα του δέρματός του…» (σελ. 29).

Ακόμη πιο ανάγλυφη η επόμενη σκηνή: «Κι ωστόσο, δύο εβδομάδες περίπου μετά την άφιξή του, το μόνο που ήθελα κάθε νύχτα ήταν εκείνος να βγει απ’ το δωμάτιό του… Ήθελα να ακούσω το παράθυρό του να ανοίγει, να ακούσω τις εσπαντρίγιες του στο μπαλκόνι κι έπειτα τον ήχο της δικής μου μπαλκονόπορτας… να ανοίγει με μια σπρωξιά την ώρα που έμπαινε στο δωμάτιό μου… να χώνεται κάτω από τα σκεπάσματά μου, να με γδύνει χωρίς να ρωτάει… απαλά, τρυφερά… να βρίσκει τον δρόμο του μέσα στο σώμα μου, απαλά και τρυφερά, έχοντας ακούσει τις λέξεις που προβάριζα μέρες τώρα, Σε παρακαλώ, μη με πονέσεις, λέξεις που ήθελαν να πουν, Πόνεσέ με όσο θέλεις» (σελ. 39). Αυτή η λυρικότητα κάνει σπάνιες εμφανίσεις και στην περιγραφή των τοπίων: «Ωστόσο μου άρεσε η αποκάρωση που είχε πέσει πάνω στην πόλη, σαν το ασταθές, κουρασμένο χέρι ενός εραστή, που αναπαυόταν στον ώμο σου» (σελ. 225). Και πόσο μα πόσο τρυφερά καταγράφεται η σχέση του παιδιού με τους γονείς του: «…με τον αδέξιο, διερευνητικό, αφοσιωμένο τους τρόπο, ήθελαν να με γιατρέψουν επί τόπου, λες και ήμουν ένας στρατιώτης που είχε παραπέσει στον κήπο τους και έπρεπε να του φροντίσουν άμεσα τις πληγές αλλιώς θα πέθαινε» (σελ. 81).

Διπλό λοιπόν το αδιέξοδο του Έλιο, μιας και ούτε οι γονείς του ξέρουν τις σεξουαλικές του προτιμήσεις άρα δεν ξέρει σε ποιον να εκμυστηρευτεί τις επιθυμίες και τον πόθο του ούτε ο Όλιβερ δείχνει ξεκάθαρα αν και τι του αρέσει σ’ αυτόν. Το ακόμη χειρότερο είναι πως ο αφηγητής δεν είναι ξεμυαλισμένος ή ελαφρά ερωτοχτυπημένος, ξέρει πως όλο αυτό θα τελειώσει σε έξι μήνες, έχει συναίσθηση του ρεαλιστικού πλαισίου στο οποίο η σάρκα του τον προστάζει να υπερβεί ακριβώς αυτήν την πραγματικότητα. Ο χρόνος πιέζει. Θα το ζήσει; Τι θα ζήσει; Πώς θα τελειώσει; «Δεν θα υπάρξει ποτέ φιλία, σκέφτηκα, όλο αυτό είναι ένα τίποτα, απλώς ένα λεπτό χάρης» (σελ. 97). Καταλαβαίνει πως ό,τι κι αν γίνει, έχει ημερομηνία λήξης. «Να κοιτάζω και να είσαι εκεί, Όλιβερ. Γιατί σύντομα θα έρθει η μέρα που θα κοιτάξω και δεν θα βρίσκεσαι εκεί» (σελ. 46). «Ποιον άλλον θα μπορούσα να φωνάζω με τ’ όνομά μου;» (σελ. 248). Και μια γλυκιά συναίσθηση: «Όμως ο κόσμος του, που μέχρι τότε η απόσταση που τον χώριζε απ’ τον δικό μου δεν έμοιαζε μεγαλύτερη απ’ το λεπτό στρώμα ξεφλουδισμένου δέρματος στον ώμο του που του είχε βγάλει η Κιάρα, ξαφνικά είχε αποσπαστεί απ’ τον δικό μου και ταξίδευε έτη φωτός μακριά» (σελ. 288).

Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος, όταν εκπληρώνονται επιτέλους τα όνειρά του, νιώθει άδειος, σα να ξεκινάει από την αρχή, κι αυτό επηρεάζει και τον Όλιβερ. Αν δεν υπήρχε η ρεαλιστική ματιά του Αντρέ Ασιμάν, αυτό το παιδί θα το χαρακτήριζα επιπόλαιο ή ψωροπερήφανο και θα άφηνα το βιβλίο, οργισμένος με έναν άνθρωπο που δεν έχει το θάρρος να πραγματοποιήσει τα όνειρά του κι όταν τα πραγματοποιεί δεν τα υποστηρίζει. Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα του ψυχισμού του όμως χαρίζει μια καταπληκτική αληθοφάνεια για όποιον θέλει να εντρυφήσει σε ψυχογραφήματα περισσότερο από το να παρακολουθήσει απλώς την πλοκή να εξελίσσεται. Γιατί το όλο έργο είναι τα πισωγυρίσματα και οι πειραματισμοί του νεαρού για να βεβαιωθεί ποιος πραγματικά είναι και τι θέλει το σώμα του πριν βγει στη ζωή. Μάλιστα το μυθιστόρημα φτάνει στο αποτρόπαιο τέλος του καλοκαιριού και ακολουθεί το δέσιμο αυτών των ανθρώπων μέσα από σημαντικά περιστατικά και τοποσημεία που σημάδεψαν για πάντα τη σχέση τους. Το αν συνέχισαν να είναι μαζί ακόμη και μετά το καλοκαίρι και το πώς εξελίχθηκε η σχέση τους, αυτά θα αφήσω να τα ανακαλύψει μόνος του ο αναγνώστης.

Από την άλλη, μου έκανε εντύπωση πόσο αυτάρκης, σίγουρος για τον εαυτό του και ανάλαφρος παρουσιάζεται ο Όλιβερ, ο οποίος φωτογραφίζεται ελάχιστα και καταφέρνει επιτέλους να διατυπώσει τα θέλω του και να δείξει πιο τσαλακωμένος μετά το σημείο καμπής της ιστορίας, όχι νωρίτερα. Το «Μιλάμε», αυτή η σκληρή και ψυχρή φράση, η ανεμελιά του, η ικανότητά του να γίνεται αρεστός σε όλους και κυρίως σε όλες, αρχίζει να ραγίζει όταν διατυπώνει τη θέλησή του για τον Έλιο. Ειλικρινά, αν μιλούσαν παράλληλα και οι δύο ή αν καταγράφονταν τόσο λεπτομερώς και οι δύο άντρες ίσως το μυθιστόρημα να έχανε σε ένταση και ενδιαφέρον, μιας και θα είχαμε σχεδόν παράλληλες τροχιές σκέψης. Με την επικέντρωση όμως στον Έλιο και την ιδέα ο Όλιβερ να αποκαλύπτεται σταδιακά ύστερα από τη μοιραία βραδιά, το μυθιστόρημα αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον και γεμίζει από ποικίλες οπτικές γωνίες.

Το «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου» είναι ένα συγκινητικό, αληθινό, ειλικρινές, ωμό και τρυφερό μυθιστόρημα που εξυμνεί τον έρωτα, στηρίζει τις λάθος αποφάσεις, βοηθάει να ξεπεραστούν οι τύψεις, οι φοβίες και οι ενοχές και καταγράφει με αξιοπρέπεια, οξυδέρκεια και λεπτομέρεια τις ανθρώπινες σχέσεις σε μια οικογένεια και σε ένα ζευγάρι. Δύο άντρες, ένας έρωτας, ένα αίσθημα δυνατό για το οποίο οφείλουν να νιώθουν τυχεροί. Οι συνέπειες της καθυστέρησης του «θέλω» και ο ιδρώτας από την αγωνία του «φεύγω» οριοθετούν το σκηνικό μέσα στο οποίο διαδραματίζονται τα αργόσυρτα απογεύματα εκείνου του καλοκαιριού, οι αργόσυρτες υλοποιήσεις του πόθου και του «απαγορευμένου». Όλο το βιβλίο είναι μια διαχρονική και άφυλη αλήθεια, που θα μπορούσε να ζήσει ο οποιοσδήποτε σε μια οποιαδήποτε φυλετική σχέση. Ένα κείμενο που υποστηρίζει και το δικό μου μότο: «-Θέλεις; -Θέλω!». Τόσο απλές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις! Και όπως λέει ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο του μυθιστορήματος: «Ξεριζώνουμε τόσα πολλά απ’ τους εαυτούς μας για να γιατρευτούμε γρηγορότερα απ’ όσο πρέπει, που μέχρι τα τριάντα έχουμε ξοφλήσει, και έχουμε να δώσουμε όλο και λιγότερα σε κάθε νέα σχέση… το να μας ξεχνάνε πιο σύντομα απ’ ό,τι θα θέλαμε να ξεχαστούμε είναι εξίσου σκληρό. Αλλά πόσο κρίμα να μην αφήνεσαι να νιώσεις, μόνο και μόνο για να μη νιώσεις τίποτα» (σελ. 294)!
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

Όλες οι σχέσεις του βιβλίου
Το ακολουθούν
0
Το έχουν
3
Το θέλουν
3
Αγαπημένο τους
1
Το δανείζουν
0
Το δάνεισαν
0
Το δανείστηκαν
0
Το διάβασαν
2
Το διαβάζουν
0
Το χαρίζουν
0
Το ανταλλάσσουν
0
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα