Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
09-02-2026 20:56
Υπέρ Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο
Κατά
Μια σειρά από άγριες δολοφονίες αντρών αναστατώνουν τη Θεσσαλονίκη και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέτρος Ριβέρης, με καινούργιους συμμάχους και κουβαλώντας τις ψυχοσυναισθηματικές συνέπειες της προηγούμενης υπόθεσης που ανέλαβε, προσπαθεί να βγάλει άκρη σ’ ένα μπλεγμένο κουβάρι χωρίς κοινά σημεία, χωρίς αποδείξεις, χωρίς κάτι χειροπιαστό. Πώς συνδέονται τα θύματα με τις κακοποιημένες γυναίκες της πόλης; Τι μυστικά κρύβονται σε εγκαταλειμμένα εργοστάσια και παρηκμασμένες συνοικίες; Πόσο ισχυρή είναι η θέση του άντρα στην πατριαρχική ελληνική κοινωνία και πόσο επικίνδυνο είναι για μια γυναίκα να παραμείνει σε μια κακοποιητική σχέση; Ποιες είναι οι φιγούρες με τα μαύρα που εμφανίζονται κοντά στα θύματα πριν ή μετά τον θάνατό τους;
Το τέταρτο μυθιστόρημα με ήρωα τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πέτρο Ριβέρη και, δυστυχώς για μένα (άργησα να ανακαλύψω αυτόν τον τόσο καλό συγγραφέα), το πρώτο που έπιασα στα χέρια μου, με ταξίδεψε σε μια σκοτεινή Θεσσαλονίκη και μου σύστησε τη σκοτεινή πλευρά όχι μόνο της πόλης αλλά και της ανθρώπινης ψυχής. Παραστατικές, ρεαλιστικές και κινηματογραφικές περιγραφές, δρόμοι, οδοί και πλατείες που διασχίζουν οι χαρακτήρες, κλιμακούμενη πλοκή, σασπένς και μια κεντρική ιδέα-γροθιά στο στομάχι με κράτησαν ως το δυνατό τέλος. Από την αρχή η ατμοσφαιρικότητα της γραφής με ταξίδεψε στην καθημερινότητα της συμπρωτεύουσας, πώς ξυπνάει, τι συμβαίνει σε διάφορα σημεία της ώστε από το γενικό να μεταβούμε στο ειδικό, στην καθαρίστρια του δήμου με τα προσωπικά της προβλήματα που ανακαλύπτει το πρώτο πτώμα της ιστορίας: «Το λυκαυγές έχει απλώσει το πέπλο των ουράνιων χρωμάτων του στην ατμόσφαιρα».
Βαρδάρης και πλατεία Δημοκρατίας, αλλαγή βάρδιας στο εργοτάξιο του μετρό, πολυτελή ξενοδοχεία «που αντανακλούν στη λάμψη τους τη χαμένη αίγλη της πλατείας», ο κουλουράς στη γωνία Ενωτικών με Μοναστηρίου, πόρνες του δρόμου «στο μαλακό υπογάστριο της πόλης, στην Μπάρα», ο θαλασσινός αέρας του Θερμαϊκού κόλπου που «σμίγει με τα καυσαέρια και το άρωμα της νύχτας», τα φαρμακεία που «σήκωναν μαχμουρλίδικα τα ρολά τους», η πλατεία Μαβίλη με τη «στυφή γεύση της φτώχειας», με «ηλικιωμένους που η σύνταξή τους τελειώνει στο δεκαπενθήμερο, να περιφέρονται άσκοπα, γυρεύοντας έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια» (σελ. 142), αυτά και πολλά άλλα μας συστήνουν με τον καλύτερο τρόπο τον τόπο δράσης του βιβλίου.
Η ιστορία ξεκινάει όταν στη Μοσκώφ, στο άγαλμα του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄, η καθαρίστρια του δήμου βρίσκει το πτώμα ενός κρεοπώλη με την ξεριζωμένη του καρδιά να σπαρταράει ακόμη στο χέρι του. Στη συνέχεια δολοφονείται ένας σεφ, αυτοκτονεί ένας νονός της νύχτας και το κουβάρι μπλέκεται για τα καλά, με αποτέλεσμα ο Πέτρος Ριβέρης να μην μπορεί να βγάλει άκρη. Ο ντετέκτιβ αναρρώνει από την επίθεση που δέχτηκε στον «Καιρό των ρόδων», μετά από εντατικές φυσιοθεραπείες σε κλινική για έξι μήνες, με το σώμα του να έχει ατονήσει. Είναι ζωντανός μεν αλλά με «στραγγισμένο πνεύμα» και οι γιατροί τού συνιστούν να αλλάξει επάγγελμα. Η αναρρωτική του απουσία του άφησε ελεύθερο χρόνο για σκέψεις και διαπιστώσεις και ταυτόχρονα άλλαξαν πολλά όσο έλειπε για έναν περίπου χρόνο. Από τη στιγμή που γύρισε δυστυχώς ασχολείται με χαζές και ασήμαντες υποθέσεις, πληρώνοντας τις συνέπειες από τις πράξεις του και τους εκβιασμούς από σημαντικά πρόσωπα, απότοκα των εξελίξεων στο προηγούμενο μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα, το δεξί του χέρι, ο χάκερ Κορμοράνος, επέστρεψε στην εταιρεία ιδιωτικών ερευνών απ’ όπου ξεκίνησε με τον Ριβέρη ενώ η κοπέλα του, η Αύρα Συκουτρή, τον αφήνει για μια θέση καθηγητή στη Σορβόννη: «Ο καθένας μας έχει πάρει τον δρόμο του…η σχέση μας είναι στη φάση της απόκλισης και όχι της συμπόρευσης» (σελ. 35).
Ο Ανέστης Δερμεντζόγλου, δικηγόρος και φίλος του Ριβέρη, του αναθέτει να αποδείξει την αθωότητα της ερωμένης του παντρεμένου χασάπη που βρέθηκε νεκρός, Πηνελόπης Πινότση. Ο Δερμεντζόγλου και ο Ριβέρης κάποτε ήταν δεμένοι αλλά τώρα ο δικηγόρος «είχε πάρει έναν δρόμο που δεν μου άρεσε και τόσο», όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου. Στο πλάι τους, ο Επιμενίδης Κρητικός, πρώην ψευδομάρτυρας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον «Καιρό των ρόδων» και νυν ιδιοκτήτης γραφείου κηδειών, πρόθυμος να βοηθήσει στις έρευνες, μιας και ξέρει καλά την πόλη και τον υπόκοσμό της, και ο αστυνόμος Χρήστος Ζερβός, που επίσης βιώνει τις συνέπειες από τις εξελίξεις στο προηγούμενο βιβλίο, έχοντας υποστηρίξει σθεναρά τον Ριβέλη σε κρίσιμα σημεία εκείνης της υπόθεσης. Μόνο που το δικό του ενδιαφέρον για την υπόθεση πηγάζει από άλλα κίνητρα. «Υπήρχε ένα αναμφίβολο μπλέξιμο των νεκρών που έζεχνε φτήνια, κλοπή και λαμογιά. Κάθε εύρημα οδηγούσε σε κάτι άλλο, μεγαλύτερο, που έβγαζε σε μια ακόμη παγίδα που έπρεπε να αποφύγω» (σελ. 195). Το ένα ίχνος οδηγεί στο άλλο, η Πινότση θεωρείται ένοχη, οι δολοφονίες που ακολουθούν αναστατώνουν κάποιους που θέλουν πάση θυσία να παραμείνει το παρελθόν τους καλά κρυμμένο και μέσα σ’ όλ’ αυτά αρχίζουν να εμφανίζονται ιστορίες κακοποίησης συζύγων και συντρόφων, μόνο που όλα αυτά είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου.
«Οι γυναίκες που φορούσαν τα μαύρα» του Πάνου Ιωαννίδη είναι ένα πολύ δυνατό, ατμοσφαιρικό και ανατρεπτικό νουάρ μυθιστόρημα με διαρκείς εκπλήξεις και μεγάλες αποκαλύψεις που οδηγούν σ’ ένα απροσδόκητο τέλος. Μου άρεσε πολύ η επιλογή του συγγραφέα να αγκαλιάσει με στοργή τα θύματα κακοποίησης αλλά να αφήνει τα καθαυτά γεγονότα να αποδείξουν στον αναγνώστη αν και κατά πόσο βοηθάει η αυτοδικία σε τέτοιες περιπτώσεις και πόσο σάπιος, αργός και άδικος είναι ο νόμος απέναντι στα θύματα. Αν λοιπόν μια γυναίκα κακοποιείται και κάνει καταγγελία, οι συνέπειες θα είναι δυσβάσταχτες, αν πάρει τον νόμο στα χέρια της επίσης, επομένως τι πρέπει πραγματικά να γίνει; Ψιχία της απάντησης βρίσκονται διάσπαρτα στο κείμενο. Εκτός από την κινηματογραφική γραφή και τις ολοζώντανες, ρεαλιστικές περιγραφές, υπάρχουν και σκόρπια καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, που χαρίζουν ιδιαιτερότητα στο στυλ του συγγραφέα, όπως εδώ για τη Θεσσαλονίκη: «έλαμπε σαν μεσόκοπη δεσποινίδα που περιμένει ακόμα τον κατάλληλο μνηστήρα για να πει το ναι». Μια πόλη-γυναίκα: «Από το καλοχτενισμένο κεφάλι που αγνάντευε τη μέρα από τα πέρατα της Καλαμαριάς μέχρι τα απλωμένα πόδια της, που έφταναν έως τις μοναχικές προβλήτες του Καλοχωρίου» (σελ. 57). Κάπου κάπου υπάρχει και απρόσμενο χιούμορ, όπως με το όνομα «Θεοδώρα η Αυτοκράτειρα» που δόθηκε στην καντίνα στη στροφή του περιφερειακού για Άνω Ηλιούπολη! Ένα δυνατό κείμενο-γροθιά στο στομάχι!
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«…το κακό δεν υπάρχει μόνο ως επιλογή στη ζωή μας αλλά όταν είναι κατάλληλες οι συνθήκες δύναται να κυριαρχεί» (σελ. 30).
«Τα ισχυρότερα ψέματα τα λέμε εμείς οι ίδιες στον εαυτό μας και μετά έρχεται συνήθως κάποιος άντρας, ο οποίος δεν είναι και ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί στην πιάτσα, για να μας κάνει τον βίο αβίωτο» (σελ. 274).
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;
Ναι
/
Όχι