Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
21-02-2026 17:46
Υπέρ Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο
Κατά
Ένας άντρας και μια γυναίκα γνωρίζονται, ερωτεύονται, παντρεύονται, κάνουν παιδί. Εκείνη αρχίζει να ζηλεύει, να κάνει σκηνές, να φτάνει σε ακρότητες. Εκείνος κάνει υπομονή, δικαιολογεί, υποφέρει και τότε τα πράγματα φτάνουν στα άκρα. Ποιος είναι το πραγματικό θύμα και ποιος ο πραγματικός θύτης; Πώς αλλάζει τη σχέση ενός ζευγαριού η κακοποιητική συμπεριφορά; Πώς μπορεί να αντιδράσει κάποιος και πότε είναι η κατάλληλη στιγμή;
Η Βίκυ Ντζούφα έγραψε μια ιστορία κακοποίησης ιδωμένη από μια διαφορετική πλευρά, αυτήν του άντρα που υφίσταται ψυχολογική και σωματική βία από τη γυναίκα του. Μπορεί να ακούγεται παράδοξο γιατί στον συλλογικό νου έχουν κυριαρχήσει τα στερεότυπα (και κακώς), υπάρχουν όμως και τέτοιες περιπτώσεις, όσο απίθανο κι αν ακούγεται μια αδύνατη γυναίκα να κακοποιεί έναν μεγαλύτερό της σωματικά άντρα. Η συγγραφέας λοιπόν γράφει με ρεαλισμό, αληθοφάνεια και αντικειμενικότητα μια ιστορία κακοποίησης που φθείρει αργά και σταθερά το ζευγάρι, καταγράφοντας ακριβοδίκαια τα λάθη και τις αστοχίες και των δύο. Δεν κατηγορεί κανέναν τους, δεν παρεμβαίνει στο κείμενο με διδακτισμούς, αντιθέτως, αφήνει τα γεγονότα καθαυτά να δείξουν στον αναγνώστη τις αιτίες, τις συνέπειες και την αντιμετώπιση της κακοποίησης. Μου άρεσε όμως που τονίστηκε η ανάγκη ψυχολογικής στήριξης και ψυχοθεραπείας, κάτι που ακόμη θεωρείται ταμπού στη σημερινή κοινωνία, παρ’ όλο που είναι απολύτως απαραίτητο. Η ιστορία λοιπόν δίνεται με σχεδόν κινηματογραφικό τρόπο και με διεισδυτικότητα στους χαρακτήρες, συστήνοντάς μας ανθρώπους με ελαττώματα, απωθημένα, τραυματισμένο ψυχισμό ενώ από σελίδα σε σελίδα τα πράγματα γίνονται όλο και χειρότερα.
Η Αλεξάνδρα και ο Βάιος γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν, έγιναν εραστές που ζούσαν μες στη χαρά κι όλα τα βήματα ήρθαν σχεδόν απανωτά, χωρίς χώρο και χρόνο σκέψης: γάμος, παιδί, ρουτίνα. Πώς έγινε λοιπόν από χαρούμενοι εραστές να καβγαδίζουν για το παραμικρό, με την Αλεξάνδρα να κάνει σκηνές με παράλογες αφορμές; Πώς απομακρύνθηκε ο Βάιος από τους φίλους του; Γιατί κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό του και υπαναχωρούσε διαρκώς; Γιατί έδινε πάντα δίκιο στη γυναίκα του; Πώς κατέληξε να κρύβεται στο δικό του κουκούλι, κάτω από το σεντόνι, ώστε να μην ακούει τις υστερίες της; Η απαίτηση της Αλεξάνδρας να επικοινωνούν συχνά και τακτικά, να τσεκάρει το κινητό του για να της απαντάει αμέσως, ο Βάιος τα θεωρούσε παραξενιές κι έδινε τόπο στην οργή. Από την άλλη, η Αλεξάνδρα δημιουργεί μια αυλή γύρω της με υπηκόους, δωρίζει, κινείται, μιλάει μόνο για να εντυπωσιάζει και για τα βλέμματα θαυμασμού, κάθε της πράξη και κίνηση είναι και μια νέα αποστολή εντυπωσιασμού. «Μπορούσε και ήθελε να ξεχωρίζει». «Είσαι η απόλυτη προτεραιότητά μου», τονίζει διαρκώς στον Βάιο. Μια γυναίκα που έχει συνηθίσει και λατρεύει να της φέρνουν αντίρρηση, διαπιστώνει σύντομα πως ο Βάιος «την καταλαβαίνει, παραδεχόταν τα λάθη του», κι αυτό της δημιουργεί θυμό, ένταση, ξεκινώντας έναν φαύλο κύκλο ελλιπούς κατανόησης μεταξύ τους.
Από την άλλη, ο Βάιος νιώθει πιεσμένος αλλά δεν το παραδέχεται στον εαυτό του, εκείνη τον πιέζει να της πει το «σ’ αγαπώ» τη στιγμή που δε νιώθει έτοιμος αλλά το κάνει γιατί όντως νιώθει αισθήματα για κείνη, άλλωστε «Όλα θα πήγαιναν καλά» και «Άμα υπάρχει αγάπη όλα λύνονται». Να όμως που σταδιακά αρχίζει κι αυτός να απομονώνεται από φίλους: «Δε θα την άφηνε να φύγει. Δε θα άφηνε κανέναν που δεν ήξερε πώς να φερθεί, να τον κάνει να τη χάσει…αυτοί έφταιγαν που η Αλεξάνδρα μετά θύμωνε» (σελ. 48). Πάντα δικό του θεωρεί το φταίξιμο, γιατί όπως λέει η Αλεξάνδρα: «-Είσαι αφελής. Όλα τα παίρνεις για καλοπροαίρετα πειράγματα. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι» (σελ. 49). Άλλωστε: «Η ζωή ήταν απλή κοντά της. Δεν υπήρχαν ενδιάμεσα χρώματα. Δυο τρία κουτάκια» (σελ. 47). Θυματοποιείται και χειραγωγείται χωρίς να το καταλάβει, το βλέπουμε πως δεν είναι από αγάπη αλλά δεν ξέρουμε και από τι ακριβώς είναι, αφού: «Μέσα στην αγκαλιά της όλα γλύκαιναν. Όλα φαίνονταν σωστά…Κι αυτό το σφίξιμο στο στομάχι θα πέρναγε σε λίγο» (σελ. 56). Και αργότερα ξανά το ίδιο: «Αντιστεκόταν στις επιταγές του μυαλού, γιατί ο ίδιος αυτός πόνος που τον έκανε να κλαίει, ο ίδιος αυτός πόνος δεν τον άφηνε να φύγει…Γιατί ήθελε να γλυκάνει. Να μαζευτεί. Να εξαφανιστεί λίγο λίγο. Μέσα σε μια αγκαλιά. Στην αγκαλιά της» (σελ. 104-105). Έφτασε μάλιστα σε σημείο να μη θέλει να βάλει κουρτίνες αν ποτέ πάει σε δικό του σπίτι γιατί ο συριστικός ήχος από τα πιαστράκια τους του θυμίζει την πρώτη κίνηση στους καβγάδες που ξεκινάει η Αλεξάνδρα: κλείνει τις κουρτίνες!
«Το κουκούλι» της Βίκυς Ντζούφα είναι μια καλογραμμένη, δυνατή και σκληρή ιστορία κακοποίησης γεμάτη ρεαλιστικές εικόνες, αληθινά συναισθήματα και μια κλιμάκωση που οδηγεί σ’ ένα αναπόφευκτο τέλος. Άνδρας να πέσει θύμα κακοποίησης από γυναίκα; Ναι, γιατί «Δεν είναι θέμα δύναμης σωματικής». Η Αλεξάνδρα και ο Βάιος μας συστήνονται σ’ ένα ρομαντικό σκηνικό που αρχίζει σταδιακά να ξεφτίζει και να αντικαθίσταται από σκηνές παραφροσύνης, πόνου και παράλογης αγάπης: «Και δεν ήξεραν να ξεχωρίσουν ποιος ήταν η βδέλλα και ποιος το σώμα που υπέφερε από δαύτη, καθώς με τρόπο αλλιώτικο σακάτευαν ο ένας τον άλλον κάθε φορά και δεν ξέραν πια ποιος ήταν ποιος» (σελ. 63). Αίτια και αιτιατά, συνέπειες και αντίκτυπος, όλα δίνονται με αντικειμενικότητα. Εκείνη εκμεταλλεύεται την υποχωρητικότητά του και φτάνει στα άκρα, εκείνος κρύβεται όλο και πιο βαθιά μέσα του, δικαιολογώντας συνεχώς τα ξεσπάσματά της και η σχέση γίνεται όλο και χειρότερη. Κυριαρχούν δικαιολογίες όπως: «Η μεγαλύτερη μοναξιά είναι να σταματήσεις να αγαπάς τον εαυτό σου» (σελ. 138) ή «Πόσο το έτρεμε αυτό, το παιδί να καταλάβει, πως αυτός έκλαιγε» (σελ. 105). Βήμα προς βήμα δύο άνθρωποι αποδομούνται, φτάνουν στα άκρα και έρχεται η κακιά η ώρα: «…το συγχωροχάρτι που δίνουμε όλοι στον εαυτό μας, γι’ αυτό που έγινε και που βοηθήσαμε μεθοδικά να γίνει. Με τις κουβέντες. Με τη σιωπή μας. Την άγνοιά μας» (σελ. 151). Μια δυνατή, συγκινητική και άκρως ρεαλιστική ιστορία γεμάτη συναισθήματα και έντονες εικόνες.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;
Ναι
/
Όχι