Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
19-01-2026 18:00
Υπέρ Ενδιαφέρον, Ανατρεπτικό, Ευχάριστο, Διδακτικό
Κατά
Μια κοπέλα κι ένας άντρας για διαφορετικούς λόγους ο καθένας αποφασίζουν να περάσουν μόνος τους ο καθένας τα Χριστούγεννα στο Δίλοφο. Φορτωμένοι με τα προσωπικά τους άγχη και προβλήματα, διαπιστώνουν επιπλέον πως μια χιονοθύελλα θα αποκλείσει τα κοντινά τους καταλύματα. Οι συνθήκες τούς φέρνουν κοντά και τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Πώς λειτουργεί η ηρεμία της φύσης ως αντίβαρο στο στρες της καθημερινότητας στην πόλη; Πώς μπορεί να γεννηθεί ο έρωτας ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς και φαινομενικά αταίριαστους χαρακτήρες όσο οι συνθήκες γύρω δυσχεραίνουν την καθημερινότητά τους; Ποιο είναι το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο για μια ψυχή;
Ο Κώστας Κρομμύδας έγραψε ένα συναρπαστικό ρομαντικό μυθιστόρημα που μυρίζει ζεστό κρασί και ηπειρώτικη πίτα, αναμμένο τζάκι και έλατο. Μας συστήνει δυο ανθρώπους με διαφορετικές πορείες και καταβολές που έρχονται κοντά κατά τη διαμονή τους στη συναρπαστική ηπειρώτικη φύση και διαπιστώνουν πως ό,τι ξέρουν, ό,τι σκέφτονται και ό,τι νιώθουν δεν έχει σημασία όταν απομονωθούν χωρίς ρεύμα και διαδίκτυο σε ένα παραμυθένιο σκηνικό, όπου χιονίζει ακατάπαυστα. Η ιστορία κλιμακώνεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, τα άγρια βουνά της Ηπείρου και οι καλοσυνάτοι άνθρωποί της πλαισιώνουν με τον καλύτερο τρόπο τους δύο πρωταγωνιστές και όλα αλλάζουν σταδιακά μαζί με τον καιρό. Ο συγγραφέας δημιούργησε ενδιαφέρουσες ανατροπές, σχεδίασε έξυπνα τον τρόπο που οι δύο πρωταγωνιστές θα έρθουν κοντά, έστησε τη ζωή τους με παρένθετες ιστορίες που κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη και πασπάλισε το βιβλίο του με ίχνη αισιοδοξίας και ρομαντισμού. Πολλά από τα τοπόσημα και από τους ανθρώπους που συναναστρέφονται είναι αληθινά και δημιουργούν άφθαστο ρεαλισμό, με αποτέλεσμα όχι μόνο να νιώθω πως βρίσκομαι στα δωμάτιά τους και στο χιονισμένο τοπίο αλλά και στο τραπέζι της παραμονής των Χριστουγέννων, στο φιλόξενο σπίτι της κυρίας Ανθούλας, να μυρίζω, να γεύομαι, να παρατηρώ τα πάντα.
Η Δάφνη, υπεύθυνη ανάπτυξης πωλήσεων σε εταιρεία αθλητικών ειδών, πρώην πρωταθλήτρια κολύμβησης, την οποία αναγκάστηκε ν’ αφήσει μετά από ένα τραυματικό γεγονός, ανυπομονεί να ξαναδεί τον αγαπημένο της, Μίλτο, που επιστρέφει απ’ την Ιταλία, με τον οποίο θα περάσει τα Χριστούγεννα σ’ ένα σαλέ στο Δίλοφο. Μια σειρά από γεγονότα όμως τη φέρνουν αντιμέτωπη με μια σκληρή αλήθεια και αλλάζει τα σχέδιά της. Ταξιδεύει λοιπόν χωρίς αυτόν, σε μια προσπάθεια να μαζέψει τα κομμάτια της και να βρει τον εαυτό της. Όταν φτάνει στον προορισμό της, η χιονοθύελλα κάνει τα πράγματα δύσκολα αλλά αποφασίζει να προσαρμοστεί στον «αποκλεισμό» και να μείνει μόνη με τις σκέψεις της και τον εαυτό της, να πάρει αποφάσεις, να αναθεωρήσει, να ρισκάρει στα επόμενα βήματα της ζωής της.
Από την άλλη, ο ψυχοθεραπευτής Ορέστης Μακρής δίνει με βαριά καρδιά την κόρη του στην πρώην σύζυγό του για χριστουγεννιάτικες διακοπές στο Ντουμπάι, κουρασμένος από τα εμπόδια που εκείνη βάζει διαρκώς ανάμεσά τους. Δε θέλει να είναι πατέρας-επισκέπτης, ξέρει πως χάνει πολύτιμες στιγμές με το παιδί του αλλά δεν μπορεί να παλεύει άλλο: «Ήθελα με κάθε τρόπο να ξέρει πως θα ήμουν πάντα εκεί, για ό,τι χρειαζόταν. Όχι επειδή έτσι έπρεπε αλλά επειδή το είχα εγώ ανάγκη» (σελ. 18). Το επιτηδευμένο εορταστικό κλίμα τον απωθεί κι αποφασίζει να ξεφύγει απ’ όλα αυτά ως την Πρωτοχρονιά. Άλλωστε, συνηθίζει να απομονώνεται τακτικά σε μέρη με ελάχιστη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ένα σπίτι στο Δίλοφο, τζάκι και βιβλία, τι άλλο να ονειρευτεί; Το τρίξιμο των ξύλων στο τζάκι, οι νιφάδες που στροβιλίζονται πριν καταλήξουν στο έδαφος, η ησυχία, ο ήχος του αέρα ανάμεσα στα δέντρα, η ηρεμία, η απομόνωση δημιουργούν τις ιδανικές διακοπές για τον Ορέστη: «Δεν ένιωθα μοναξιά αλλά μια γλυκιά αίσθηση πληρότητας…ακόμα και η καρδιά μου ένιωθα πως χτυπούσε πιο αργά, λες και είχε συγχρονιστεί με το περιβάλλον». Εκεί συναντά τη Δάφνη: «Ήμαστε μόνοι και μαζί. Χωρίς διακοπές από ειδοποιήσεις, χωρίς ανάγκη να δείξουμε τίποτα σε κανέναν. Κι όσο περνούσε η ώρα, αυτό το «τίποτα» έγινε το πιο πλήρες που είχα ζήσει εδώ και καιρό» (σελ. 246).
Με εναλλάξ πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις γνωρίζουμε πότε τον έναν και πότε τον άλλον που φτάνουν σε γειτονικά σαλέ σχεδόν ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια μιας από τις χειρότερες χιονοθύελλες της περιοχής. Εξερευνούν το κοντινό χωριό, προμηθεύονται τρόφιμα και νερό, έχουν την προσοχή του ιδιοκτήτη που κινείται με χιονοσκούτερ και τελικά γνωρίζονται καλύτερα. Δυο άνθρωποι που αναζητούν τη μοναξιά και την απομόνωση για διαφορετικούς λόγους θα έρθουν κοντά, θα ρίξουν τις άμυνές τους, θα αλλάξουν και θα γνωρίσουν χαρακτηριστικά του εαυτού τους που δεν ήξεραν. Η παραμονή των Χριστουγέννων με τους κατοίκους του χωριού, η γνωριμία με την κυρία Ανθούλα, η θαλπωρή και η ζεστασιά από το τζάκι, οι ακατάπαυστες χιονοπτώσεις, όλα αυτά δημιουργούν ένα ιδανικό ρομαντικό περιβάλλον και αξέχαστες, άκρως ρεαλιστικές σκηνές.
Ταυτόχρονα, όσο ξεδιπλώνεται διακριτικά και βήμα προς βήμα η ρομαντική ιστορία του Ορέστη και της Δάφνης, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να τους εντάξει σ’ ένα ενδιαφέρον δίπολο: από τη μια η τρέλα των γιορτών στην μπλοκαρισμένη από κίνηση Πανεπιστημίου και στο πηγμένο από κόσμο κέντρο της Αθήνας («Παντού επικρατούσε ένταση και νεύρα…κάποιοι πλακώνονταν στη μέση του δρόμου για ασήμαντες αφορμές», σελ. 14) κι από την άλλη η γαλήνη του σαγηνευτικού ηπειρώτικου τοπίου («Όλοι οι ήχοι είχαν υποταχτεί στη δύναμη της φύσης» και «Ο χρόνος εδώ πέρα μοιάζει να κρατά πιο πολύ, γιατί ό,τι κάνεις έχει αξία»). Πόσο κακό λοιπόν κάνει στην ψυχή μας η εξεζητημένη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των πόλεων; «Με μελαγχολούσαν οι προσδοκίες των ανθρώπων για τις γιορτές και πάντα ένιωθα ένα μικρό άγχος να περάσω καλά αυτές τις μέρες» (σελ. 13). Και πόση αλήθεια βρίσκουμε σε μια σειρά προτάσεων: «Αυτή η ξαφνική απομόνωση έμοιαζε σαν κάποιος να είχε πατήσει παύση, για να θυμηθούμε πώς είναι να είσαι παρών και να κουβεντιάζεις σε βάθος με έναν άλλον άνθρωπο. Να τον κοιτάς στα μάτια και να μην ψάχνεις το κινητό σου. Να τον ακούς να ανασαίνει δίπλα σου, να γελάει, να λέει ιστορίες που αλλιώς ίσως να μην είχαν ειπωθεί ποτέ…» (σελ. 246).
Το μυθιστόρημα «Μου έκανες δώρο τα Χριστούγεννα» είναι η πιο ζεστή χριστουγεννιάτικη ιστορία που έχω διαβάσει ως τώρα, μια τρυφερή υπενθύμιση πως η αγάπη έρχεται όταν είσαι έτοιμος να τη δεχτείς αφήνοντας χώρο στη σιωπή για να αφουγκραστείς την καρδιά σου και ένας φόρος τιμής σε όσα αγνοούμε τρέχοντας πίσω από την απαιτητική καθημερινότητά μας. Χάρη στη γραφή του Κώστα Κρομμύδα συμπόνεσα, ένιωσα, κατανόησα τους ανθρώπους που δε θέλουν τις γιορτές, με την παραμονή των Χριστουγέννων να είναι η πιο δύσκολη όλη της χρονιάς γι’ αυτούς, και απόλαυσα μια γλυκιά, διακριτική ερωτική ιστορία που με συγκίνησε. Αλήθεια, πώς είμαστε μακριά από τον πολιτισμό; Θα επιβιώσουμε; Κι όμως: «Αρκετοί άνθρωποι θεωρούν τη φύση εχθρό τους αλλά για μένα ήταν ο καθρέφτης στον οποίο μπορούσα να κοιτάξω καθαρά τη ζωή μου και να την επαναπροσδιορίσω» (σελ. 172). Επίσης, πότε και γιατί απαρνηθήκαμε τα έθιμα και τις δοξασίες του τόπου μας, τις συνήθειες που μας έφερναν κοντά και τώρα λησμονήθηκαν, καταργώντας τη ζεστή ατμόσφαιρα των ημερών; Δεν προλάβαινα να σημειώσω σημαντικές διαχρονικές αλήθειες: «Η ενσυναίσθηση…Αυτή μας δείχνει τον δρόμο για να καταλάβουμε ότι η ατομικότητα και ο εγωισμός λυγίζουν μπροστά στη μεγαλύτερη δύναμη που διαθέτει η ανθρώπινη ψυχή. Και δεν είναι τίποτα παραπάνω από το χέρι που απλώνεται για να βοηθήσει κάποιον δίπλα του. Σώζοντας όχι μόνο τον άλλον αλλά και τον ίδιο σου τον εαυτό» (σελ. 153). Μια δυνατή, ρεαλιστική και παραστατική ιστορία, γεμάτη ζωντανές εικόνες, απαλές μυρωδιές και έντονα συναισθήματα.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;
Ναι
/
Όχι