Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
19-01-2026 18:03
Υπέρ Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Διδακτικό, Γρήγορο
Κατά
Η δεκάχρονη Ρόνια και η δεκαεξάχρονη Μελίσα ζουν στο Όσλο με τον άνεργο πρώην αλκοολικό πατέρα τους. Η Ρόνια, με τη βοήθεια του επιστάτη του σχολείου της, βρίσκει δουλειά στον μπαμπά της και τα πράγματα βελτιώνονται. Σύντομα όμως ο πατέρας τους εξαφανίζεται και τα δυο κορίτσια αποφασίζουν να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις για να επιβιώσουν.
Ένα συγκινητικό μυθιστόρημα που τσαλακώνει τη χαρούμενη γιορτινή ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων, δείχνοντάς μας από τη μια πως κάποιες οικογένειες δε γιορτάζουν, ζώντας στο ψυχοσυναισθηματικό σκοτάδι τους, κι από την άλλη κάποιο μπορούν ανενδοίαστα να καπηλευτούν την ατμόσφαιρα χαράς και προσφοράς που διακατέχει τον κόσμο και να το εκμεταλλευτούν προς ίδιον όφελος. Η ιστορία ζωντανεύει μέσα από τη ματιά της Ρόνια και χάρη στην πρωτοπρόσωπη αφήγησή της ζούμε από κοντά την καθημερινότητά της, μ’ έναν πατέρα που παραδίδεται συχνά στο ποτό, καταστρέφοντας ό,τι έχει καταφέρει ως τότε και μια μεγαλύτερη αδελφή που την αγαπάει αλλά δεν παύει να είναι ρεαλίστρια και προσγειωμένη. Η Ρόνια περιγράφει όσα παρατηρεί, βλέπει, αισθάνεται, νιώθει, μαντεύει, ονειρεύεται, κάθε της σκέψη και κάθε της ανάμνηση με τον πατέρα, πώς του βρήκε τη δουλειά, πώς τη δέχτηκε, πώς άλλαξε επιτέλους η ζωή τους («τρώγαμε κάθε μέρα μακαρόνια»), πώς και γιατί τελικά εξαφανίστηκε και πολλά άλλα.
Η Ρόνα και η Μελίσα είναι αντίθετοι χαρακτήρες. Η πρώτη, ίσως και λόγω ηλικίας, εξακολουθεί να κάνει σχέδια, να ελπίζει, να είναι αισιόδοξη, η δεύτερη όμως έχει παραιτηθεί από κάθε τι, είναι πεζή, ίσως και κυνική. «-Δεν θέλω να ονειρεύομαι έτσι…, λέει χαρακτηριστικά. -Ούτε ένα μικρούτσικο όνειρο;». Ακόμη κι όταν ο πατέρας τους τους μιλάει για τις συνθήκες εργασίας του και πώς περνάει τη μέρα του, η Μελίσα κοιτάει κάτω γιατί ξέρει πως αυτό δε θα κρατήσει πολύ αλλά η Ρόνα τον κοιτά στα μάτια «Γιατί γίνονται θαύματα». Και όντως να που τελικά δεν άλλαξε τίποτα: «Το διαμέρισμα ήταν άδειο και γκρίζο. Κι εγώ άδεια και γκρίζα ήμουν γιατί δεν υπήρχε τίποτα όμορφο εκεί μέσα…» (σελ. 60). Τα πράγματα θα γίνουν ακόμη πιο δύσκολα όταν κάποιος εκμεταλλευτεί τη μικρή Ρόνα και μαζί τη χριστουγεννιάτικη ανάγκη των ανθρώπων να βοηθάνε τους φτωχούς λόγω της γιορτινής ατμόσφαιρας! Η Ρόνα δέχτηκε γιατί: «Η κουζίνα μας ήταν τόσο άδεια»! Αυτή θα είναι η αρχή μιας ανορθόδοξης περιπέτειας που θα στιγματίσει τον ψυχισμό του παιδιού.
Ο μπαμπάς κάνει φιλότιμες προσπάθειες να βελτιώσει τη ζωή τη δική του και της οικογένειάς του, αρκεί να μην έχει λεφτά στα χέρια. Με την καινούργια δουλειά παίρνει μια προκαταβολή κι επιστρέφει στη Σόνια και στο μπαρ της, κάτι που αναστατώνει τα κορίτσια, αν και: «…έρχονται μέρες σαν κι αυτές. Τις έχω ξαναπεράσει και ξέρω πως θα ξανάρθουν, οπότε ξέρω και πως κάποτε θα τελειώσουν…». Και τότε: «οι μέρες γίνονται φωτεινές κι οι νύχτες σκοτεινές και ήσυχες…Ξαναρχίζουν οι φέτες ψωμί». Ο μπαμπάς προσπαθεί: «…σου υπόσχομαι ότι θα είναι η τελευταία φορά». Ένας αλκοολικός γονιός όμως είναι στίγμα για την κοινωνία κι αυτό ξεσπάει στην ψυχολογία του παιδιού: «…δεν αντέχω οι άνθρωποι να βλέπουν πράγματα και να λένε πράγματα γι’ αυτά τα πράγματα. Δεν το αντέχω. Δεν αντέχω να σκέφτονται πράγματα και να θυμούνται πράγματα και να ξέρουν πράγματα» (σελ. 92). Μέσα από μικρά και σύντομα κεφάλαια, γεμάτα αφηγηματική δύναμη και ρεαλιστικές εικόνες, ξεπηδούν καθημερινές καταστάσεις, σκηνές εκμετάλλευσης και ψυχικών τραυμάτων και ατσαλώνεται ο δεσμός των δύο αδελφών. Η Ρόνα επιμένει ως το τέλος: «-Θαύματα γίνονται…Μερικές φορές δεν υπάρχει καμία άλλη διέξοδος και τότε γίνονται θαύματα» (σελ. 27). Απανωτές ανατροπές, σωστά ψυχογραφήματα κι ένα τέλος που αγγίζει το φαντασιακό και αφήνει στον αναγνώστη να επιλέξει εκείνος την εξήγηση των όσων ολοκληρώνουν την ιστορία είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά ενός μυθιστορήματος που ξεδιπλώνει μια ανθρώπινη, συγκινητική και καθημερινή ιστορία με τρόπο που μου έφερε δάκρυα στα μάτια και μου γέννησε αντιφατικά και ποικίλα συναισθήματα.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;
Ναι
/
Όχι