«Ο παππούς έκλεισε το PC. Με μία κίνηση το έφερε κοντά του. Σαν να το πήρε αγκαλιά. Το πιο πιθανό είναι να πήρε αγκαλιά τις ιστορίες που έγραψε, μια και δεν μπορούσε ν’ αγκαλιάσει τους πρωταγωνιστές. Αυτό που ήθελε να πετύχει, όμως, το πέτυχε. Είχε υποσχεθεί ιστορίες για πραγματικούς ήρωες και τα κατάφερε. Βέβαια, δεν ήταν συνεπής απέναντι στα εγγόνια του, γιατί τους είχε πει ότι δεν είχε γνωρίσει υπερήρωες. Έκανε λάθος όμως. Αυτό το λάθος, το έκανε πολλά χρόνια. Το κατάλαβε όταν οι εικόνες και οι στιγμές περνούσαν πάνω στις σελίδες του υπολογιστή. Έπιασε τον εαυτό του να περιγράφει υπερήρωες. Κάποιες φορές ήθελε να φωνάξει, σαν μικρό παιδάκι κι αυτός, ˝ναι, έχω κι εγώ υπερήρωες!˝».
Το διήγημα του Γιώργου Σταματόπουλου αποτελεί ένα οδοιπορικό στις εργατο-γειτονιές των δυτικών συνοικιών της Αθήνας, μέσα από ιστορίες και πρόσωπα που συνδέθηκαν με τους αγώνες και την ιστορία της περιοχής. Πρόσωπα που με την αλύγιστη, αγωνιστική στάση και τις επιλογές τους σμιλεύτηκαν και αποτύπωσαν τις αξίες του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Αυτοί, οι υπερήρωες του παππού, ξαναζωντανεύουν μέσα από επεισόδια που εξιστορούνται και άλλοτε απλώς διέρχονται στη σκέψη του πρωταγωνιστή παππού, χωρίς να υπάρχουν αρκετά λόγια για να μιλήσει κανείς για αυτούς. Ένας ιστορικός περίπατος σε ένα σκηνικό υπό εξέλιξη, με στοιχεία που δηλώνουν τη μεταβολή αλλά και εκείνες τις αξίες που διατηρούνται στο χρόνο, συνεχίζοντας να αποτελούν ορόσημο για τους νεότερους αγωνιστές: Την τόλμη, την αντοχή, την αφοσίωση στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση.
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.