Σύνδεση Τώρα Σύνδεση στη Βιβλιοθήκη μου   ·   Όλες οι Βιβλιοθήκες στο Bookia
Τι είναι το Bookia;   ·   Blog   ·                     ·   Επικοινωνία  
Πως γράφω κριτική; Είμαι Συγγραφέας Είμαι Εκδότης Είμαι Βιβλιοπώλης Live streaming / Video
ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ του βιβλίου στο «Βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ».
Το Βιβλίο στη Βιβλιοθήκη μου
ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ του βιβλίου στο «Βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ».
Μια φορά κι ένας φόνος
Βιβλίο Νεοελληνική πεζογραφία - Μυθιστόρημα >> Αστυνομική λογοτεχνία >> Κυκλοφορεί
Για να γράψετε και εσείς την κριτική σας για αυτό το βιβλίο, πρέπει πρώτα να συνδεθείτε.
Σύνδεση Τώρα

  4
Ναι, θα το πρότεινα σε φίλο-η μου
22-03-2026 11:19
Υπέρ  Ενδιαφέρον, Συναρπαστικό, Ανατρεπτικό, Γρήγορο
Κατά  
Μια σειρά από δολοφονίες βασισμένες σε γνωστά παραμύθια αναστατώνουν το Ανθρωποκτονιών. Τα θύματα πεθαίνουν με τρόπο που θυμίζει τις «χαριτωμένες» ιστορίες των παιδικών μας χρόνων και στους τόπους των εγκλημάτων θα υπάρχει μια σκισμένη σελίδα με το τέλος του παραμυθιού. Πώς επιλέγει τα θύματά του ο δολοφόνος; Πώς τα εντοπίζει και πώς διαλέγει τον θάνατό τους; Τι κοινό έχουν;

Η Έλενα Μπολονάση έγραψε μια συναρπαστική αστυνομική περιπέτεια γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις κυριολεκτικά μέχρι το τέλος. Παίρνει τα αγαπημένα παραμύθια της παιδικής μας ηλικίας και τα φέρνει σ’ ένα ακόμη πιο σκοτεινό σήμερα, διαστρεβλώνοντάς τα κατ’ επιλογήν του δολοφόνου της. Τα τρία γουρουνάκια δε χτίζουν το σπιτάκι τους αλλά τρώνε τον άνθρωπο που τα ταΐζει για να μείνουν στο δικό του, η Ραπουνζέλ μισεί τη μητέρα της που δεν την αφήνει να παίξει με τους φίλους της, η μητριά ενός χιονάτου και γλυκού κοριτσιού προσπαθεί να τη βγάλει από τη μέση ώστε να ζήσει ευτυχισμένη με τον άντρα της και πατέρα του κοριτσιού, ένα παιδί μεγαλώνει με τον κουρασμένο και πολυάσχολο μπαμπά του, οπότε η παράξενη συναναστροφή με τον «αόρατο φίλο» του αρχίζει και γίνεται επικίνδυνη, ένα κοριτσάκι με κόκκινη κάπα αρρωσταίνει βαριά κι αναγκάζεται η μητέρα της να πάει φαγητό στη γιαγιά της αλλά την καταβροχθίζει ο λύκος είναι μερικές μόνο από τις ιστορίες που εξιτάρουν τη φαντασία του κακού της ιστορίας.

Η ιστορία ξεκινάει μ’ έναν νεκρό αγρότη στο κτήμα του στην Κάτω Τιθορέα, που βρέθηκε μισοφαγωμένος από τα γουρούνια του, σκεπασμένος με άχυρα, τούβλα και λάσπη. Τι ήθελε να δείξει ο δολοφόνος με αυτήν τη σκηνοθεσία; Γιατί φόρεσε στο θύμα καινούργια γάντια και γαλότσες και γιατί του έδεσε σφιχτά το στόμα μ’ ένα κόκκινο μαντίλι; Η σύντροφος του θύματος, Δάφνη, δεύτερη φορά χήρα, δείχνει να έχει αποσυνδεθεί αισθηματικά από το γεγονός ενώ ο γιος της μισεί τον μέλλοντα πατριό του, θα έφτανε όμως στο έγκλημα; Στη συνέχεια, μια μητέρα βρέθηκε απαγχονισμένη με τις κοτσίδες της ανήλικης κόρης της που έχει υποστεί ισχυρό σοκ. Παρ’ όλη την έκδηλη φτώχεια τους, απέκτησαν τελευταίας τεχνολογίας συσκευές και επώνυμα ρούχα. Πώς το κατάφεραν; Τι μυστηριώδεις συναλλαγές περιέχει το χειρόγραφο τετράδιο με την ένδειξη «συνταγές»; Γιατί το πεντάχρονο κοριτσάκι αποφεύγει να μένει μονάχο με τον αδελφό της μητέρας της;

Οι υποθέσεις αρχίζουν να συνδέονται και ο αστυνόμος Πετρίδης με την ομάδα του προσπαθούν να βρουν τον δολοφόνο, να ανακαλύψουν τον τρόπο σκέψης του, να καταλάβουν τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Πρόκειται για μια περσόνα σκοτεινή, αδίστακτη, που έχει ανάγκη, αν κι έχει μεγαλώσει, τα παραμύθια, έχοντας όμως κουραστεί από την κατάληξη «…ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Συνεχίζει να τα διαβάζει όλα, κλασικά, νεότερα, από λαϊκή παράδοση και διάφορες χώρες, νιώθοντας μια πρόσκαιρη ανακούφιση, σα βύθισμα σε κάτι γνώριμο. Δεν αφήνει τίποτα στη φαντασία, τα σχεδιάζει όλα ως την τελευταία λεπτομέρεια και μάλιστα η επανάληψη της αφήγησης βοηθά ώστε να προσθέτει κάθε φορά ακόμα ένα στοιχείο, κάτι που την προηγούμενη φορά είχε διαφύγει ή δεν είχε προβλεφθεί.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του εγκληματία, έτσι όπως παρεμβάλλεται στην πλοκή, εντείνει την αγωνία για το επόμενο χτύπημα και για την πραγματική ταυτότητα του ενόχου. Η επιλογή του θύματος, η παρακολούθηση, ο σχεδιασμός, η κατάλληλη ευκαιρία («τις ευκαιρίες δεν τις περιμένεις, τις φτιάχνεις») κλιμακώνουν την πλοκή. Λέει χαρακτηριστικά: «Η εγκληματικότητα είναι σημάδι προόδου της κοινωνίας. Χωρίς έγκλημα μια κοινωνία δεν είναι φυσιολογική… Φυσικά και προοδεύει η κοινωνία όταν καθαρίζει από τα σκουπίδια» (σελ. 95). Ταυτόχρονα, με διαρκή πρωθύστερα, επιστρέφουμε στο παρελθόν και συγκεκριμένα στη Μυτιλήνη, όπου και γεννήθηκε αγνώστου πατρός ενώ η ζωή δυσκόλεψε όταν η μητέρα άρχισε να δουλεύει υπηρέτρια σε μια επιφανή οικογένεια του νησιού. Τα τρία εγγόνια εκείνου του σπιτιού δεν έχαναν ευκαιρία να ξεμπροστιάζουν, να πειράζουν, να ενοχοποιούν το αθώο παιδί. Αυτό που με εντυπωσίασε στη γραφή του μυθιστορήματος ήταν το έξυπνο τέχνασμα να μην υπάρχει πουθενά η ένδειξη για το φύλο του ενόχου, μια δύσκολη συγγραφικά επιλογή, μιας και η ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τα γένη.

Δεν έχουμε όμως μόνο μια μονήρη και μονοδιάστατη εξιστόρηση δολοφονιών κι έναν αγώνα δρόμου να βρεθεί ο ένοχος. Γνωρίζουμε σε προσωπικό επίπεδο και με καλοσχεδιασμένα ψυχογραφήματα τον αστυνόμο Πετρίδη και την ομάδα του στο Ανθρωποκτονιών που αναλαμβάνουν την υπόθεση. Ενδιαφέροντες χαρακτήρες, μικρά μυστικά, ένας υποβόσκων έρωτας φέρνουν ζωή και στη μεριά των καλών του βιβλίου, κάτι που εξισορροπεί το κείμενο και επιτείνει την ένταση, αφού και πάλι έχουμε σταδιακή αποκάλυψη των προσωπικών τους ιστοριών. Για παράδειγμα, ο Πετρίδης έχει εξασκηθεί στη γλώσσα του σώματος, στις μικροεκφράσεις του προσώπου και σε όσα καλλιεργούν την παρατηρητικότητα, εστιάζει σε μικρές λεπτομέρειες, καταγράφει στο μυαλό του συνήθειες και ρουτίνες γειτόνων, με στόχο όλα αυτά να τον κάνουν να νιώθει μιαν ασφάλεια, μια ψευδαίσθηση πως η ζωή μπορεί να έχει μια σταθερότητα. Αγαπημένη του συνήθεια είναι να επιστρέφει σπίτι με τα πόδια ώστε να σκεφτεί τις υποθέσεις του, τι υπάρχει όμως στο δωμάτιο που κρατάει πάντα κλειστό; Γιατί μπαίνει μέσα και βασανίζεται; Τι του ξυπνάει η μυρωδιά που υπάρχει εκεί; Μιας και υπήρξε γιος χωροφύλακα με συνεχείς μεταθέσεις, μεγάλωσε χωρίς φίλους, κάτι που εξακολουθεί να διατηρεί, λες και φοβάται πως μόλις δεθεί με κάποιον θα τους χωρίσει η απόσταση ή, ακόμη χειρότερα, η ζωή.

Η υπαστυνόμος Νίκη Δελή, που μετατέθηκε από τη δίκυκλη αστυνομία, προσπαθεί να περνάει απαρατήρητη, ο Πετρίδης όμως της ενέπνευσε αυτοπεποίθηση και της τόνισε πως, για το καλό της ομάδας, πρέπει όλοι να νιώθουν σημαντικοί ως μέλη της, να ενσωματώνονται, αφού η ζωή του ενός εξαρτάται από τους υπόλοιπους, άρα πρέπει να σε «βλέπουν», να σε υπολογίζουν. Τι συμβαίνει με τον πατέρα της στο Πλατύστομο και γιατί όποτε επισκέπτεται τους γονείς της θέλει να γυρίσει αμέσως στην Αθήνα; Τι προσωπικό βάρος σηκώνει η μητέρα της; Στο πλάι της, ο υπαστυνόμος Φάνης Αλεξίου, κρυφά ερωτευμένος μαζί της, κάτι που δεν ξεφεύγει από τον Πετρίδη.

«Μια φορά κι ένας φόνος»… ή μάλλον δύο… όχι, παραπάνω. Ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα γεμάτο σασπένς και εκπλήξεις, αναπάντεχες διασυνδέσεις και με μια φρικιαστική παραμόρφωση των παραμυθιών της παιδικής μας ηλικίας. Άνθρωποι που ίσως να μην άξιζαν να ζουν, ιστορίες που δεν έχουν πάντα «αίσιο τέλος», χαρακτήρες που μας καλωσορίζουν στη ζωή τους όσο προσπαθούν να εντοπίσουν τον ένοχο και μια μεγάλη ανατροπή στο τέλος είναι μερικά μόνο από τα θετικά χαρακτηριστικά ενός δυνατού βιβλίου.
Ήταν χρήσιμο αυτό το σχόλιο;  
Ναι
  /  
Όχι
  

Όλες οι σχέσεις του βιβλίου
Το ακολουθούν
0
Το έχουν
0
Το θέλουν
1
Αγαπημένο τους
0
Το δανείζουν
0
Το δάνεισαν
0
Το δανείστηκαν
0
Το διάβασαν
1
Το διαβάζουν
0
Το χαρίζουν
0
Το ανταλλάσσουν
0
``

Θέλετε να λαμβάνετε ενημέρωση από το Bookia;

Πηγή δεδομένων βιβλίων



Χορηγοί επικοινωνίας






Κοινωνικά δίκτυα