«Καθόμαστε στο πάτωμα με το ραδιόφωνο τοποθετημένο ακριβώς στη μέση του ορθογωνίου. Πιανόμαστε χέρι χέρι ενώ προσπαθούμε να καταλάβουμε όσα λέει ο εκφωνητής. “Σημειώθηκαν συγκρούσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και τις δυνάμεις της τάξης. Έγιναν και συλλήψεις.” Το σήμα χάνεται ακριβώς τη στιγμή που ο εκφωνητής περιγράφει ότι οι διαδηλωτές έσπασαν τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου της Τιμισοάρα για να πάρουν όλα τα βιβλία του Τσαουσέσκου και ν’ ανάψουν φωτιά. Γελάμε και οι τέσσερις με την καρδιά μας. «Ο Ίστβαν, σίγουρος ότι στη Ρουμανία η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι για πολύ καιρό, της δίνει ένα χαρτί με το τηλέφωνο ενός γιατρού που συνηθίζει να κάνει εκτρώσεις σε φοιτήτριες.» Ταμπουρωμένη μέσα σ’ ένα αυτοσχέδιο κάστρο από βιβλία κάτω απ’ το τραπέζι , η μικρή πρωταγωνίστρια αναρωτιέται για ποιο λόγο ο εκσκαφέας κατεδάφισε το σπίτι της κι έκλεισε όλη της την οικογένεια σ’ ένα στενό διαμέρισμα, γιατί απαγορεύεται να γελάσουμε με το αυτί που λείπει από τον «Μέγα Ηγέτη», γιατί εξαφανίστηκε το παιδί που τόλμησε να σπάσει το κάδρο του στην τάξη, τι πάει να πει «Σεκουριτάτε», τι σημαίνει «χαφιές», «σύντροφος», «βλαβερό χημικό», «ψυχιατρείο», «έκτρωση»…
Kατά τη διάρκεια του ολοκληρωτικού καθεστώτος του ρουμάνου δικτάτορα Τσαουσέσκου, η Κορίνα Οπροάε είναι ένα κοριτσάκι του δημοτικού, που όταν πια μεγαλώνει και γίνεται μητέρα η ίδια, γράφει ολόκληρο μυθιστόρημα προσπαθώντας ν’ απαντήσει στην ερώτηση της μικρής της κόρης: «Μαμά, από πού έπεσε ο κομμουνισμός;»
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.