Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της. Επιζητώντας απόψε μια ησυχία περίπου νεκρική, σου γράφω κάτι που δεν ξέρει πώς να έρθει. Συγκεντρωμένα κάπου τα γράμματά μου ίσως χτίζανε έξω από το σπίτι σου έναν στέρεο τοίχο χωρίς να δείχνουν λυπημένα, χωρίς να περιμένουν. Τα φαντάζομαι σε χέρια κλεπτομανών ή καχύποπτων σπιτονοικοκυρών, σε δυσλειτουργικά χέρια ταχυδρόμων, σε συρτάρια τελωνείων να παραμένουν αμετάφραστα, ανακυκλώσιμα σκουπίδια του Οντάριο που δεν παραδόθηκαν, γιατί ίσως δεν παραλήφθηκαν, δεν στάλθηκαν, δεν γράφτηκαν ποτέ.
Σημείωση: Εδώ συζητάμε γενικά για το βιβλίο, δεν είναι ο χώρος τής βαθμολόγησης ή της κριτικής μας για το βιβλίο.