Λένε πως κάθε φορά που ο Θεός βλέπει εμάς τις πουτάνες, δακρύζει. Δακρύζει από ντροπή, μια και σ’ εμάς δεν περισσεύει. Mα αν ο Θεός δακρύζει, ο Θάνατος μας χρωστάει!
Δεκαετία του 1950. Πάνω στις πληγές μιας Ελλάδας που ακόμη αιμορραγεί από τον πόλεμο, σε μια γειτονιά του Πειραιά, την περίφημη Τρούμπα, ανάμεσα σε καπνούς στριφτών τσιγάρων και φθηνών ποτών, ο έρωτας εναποθέτει στα κορμιά γυναικών τα ξεφτισμένα όνειρά του και την ελπίδα πως η ζωή είναι μαγική κι ωραία. Μέρα και νύχτα οι πόρνες ...
Λένε πως κάθε φορά που ο Θεός βλέπει εμάς τις πουτάνες, δακρύζει. Δακρύζει από ντροπή, μια και σ’ εμάς δεν περισσεύει. Mα αν ο Θεός δακρύζει, ο Θάνατος μας χρωστάει!
Δεκαετία του 1950. Πάνω στις πληγές μιας Ελλάδας που ακόμη αιμορραγεί από τον πόλεμο, σε μια γειτονιά του Πειραιά, την περίφημη Τρούμπα, ανάμεσα σε καπνούς στριφτών τσιγάρων και φθηνών ποτών, ο έρωτας εναποθέτει στα κορμιά γυναικών τα ξεφτισμένα όνειρά του και την ελπίδα πως η ζωή είναι μαγική κι ωραία. Μέρα και νύχτα οι πόρνες ...
Λένε πως κάθε φορά που ο Θεός βλέπει εμάς τις πουτάνες, δακρύζει. Δακρύζει από ντροπή, μια και σ’ εμάς δεν περισσεύει. Mα αν ο Θεός δακρύζει, ο Θάνατος μας χρωστάει!
Δεκαετία του 1950. Πάνω στις πληγές μιας Ελλάδας που ακόμη αιμορραγεί από τον πόλεμο, σε μια γειτονιά του Πειραιά, την περίφημη Τρούμπα, ανάμεσα σε καπνούς στριφτών τσιγάρων και φθηνών ποτών, ο έρωτας εναποθέτει στα κορμιά γυναικών τα ξεφτισμένα όνειρά του και την ελπίδα πως η ζωή είναι μαγική κι ωραία. Μέρα και νύχτα οι πόρνες ...
Η νεαρή Ολάνθη προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε μια κοινωνία αντιθέσεων, εκεί όπου η σκληρότητα στέκεται δίπλα στη φιλευσπλαχνία, το γέλιο έρχεται μαζί με το δάκρυ, το μίσος φωλιάζει πλάι στην αγάπη. Κουβαλώντας ένα παρελθόν που ακόμη και η ίδια αγνοεί και με μοναδικό στήριγμά της τη φίλη της Μαλαματένια, ζει και ελπίζει σε έναν κόσμο γεμάτο δεινά.
Πολυάριθμα πρόσωπα και ζωές που διασταυρώνονται δημιουργούν μια συνεχή αλληλουχία αφηγήσεων. Ο κάθε ήρωας εξομολογείται τη δική του ιστορία, αλλά κα...
Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της και καλωσόριζε τα όνειρά μας... Αν το καράβι μας έφτανε φωταγωγημένο στο λιμάνι που είχαμε διαλέξει... Αν στην προβλήτα μάς περίμεναν, με ανθοδέσμες και χειροκροτήματα, όλοι αυτοί που αγαπήσαμε... Αν δεν είχαμε αφήσει την πόρτα της ψυχής μας ανοιχτή, για να βρουν άσυλο οι κατατρεγμένοι... Τι απερισκεψία κι αυτή! Πάντα τους ληστές τούς περνούσαμε για κατατρεγμένους. Αν ξέραμε να διαβάζουμε εγκαίρως τα σημάδια των καιρών και να προβλέπουμε τις καταιγίδες... ...