<p>Ο ΚΟΙΝΟΣ ΘΝΗΤΟΣ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΘΑΜΠΩΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΡΕΙ ΠΩΣ ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΧΑΛΕΠΗ ΕΠΟΧΗ ,ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΚΦΡΑΖΟΝΤΑΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΕΥΓΕΝΙΚΕΣ, ΜΕ ΝΟΗΜΑΤΑ ΒΑΘΙΑ ΠΟΥ ΧΑΙΔΕΥΟΥΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΗΡΕΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΠ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΙΝΕΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ. ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥΣ ΕΙΠΑΝ !!!! ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΗΤΑΝ ΠΙΟ ΠΟΛ...
Ο γητευτής της ελπίδας
Όνειρα χαραγμένα στην πέτρα,
κομμάτια ψυχής, σταλμένα χωρίς παραλήπτη,
παραδόθηκαν στη λήθη του χρόνου.
Ό,τι γράφτηκε στην πέτρα είναι αιώνιο,
κοιμάται η ελπίδα,
«και είναι τόσο ντελικάτη»,
ξέβαψε το όνειρο…
Η ζωή το παρέσυρε στο παζάρι της ουτοπίας,
το παρέδωσε σε ταγμένους Πιλάτους,
σε ανίδεους κόλακες
και επιτήδειους θωπευτές.
Έχασε την αίγλη του σε ανερμήνευτα λόγια.
Μια κουκίδα στον τοίχο, ένα πράσινο στίγμα,
ένα «γεια!».
Άνοιξε το όστρακο…
Και το όν...